Δευτέρα 30 Μαΐου 2011

Στήβεν Ράνσιμαν, H Ελλάδα και η Δ’ Σταυροφορία


Από το The New Griffon, Περιοδική Έκδοση της Γενναδίου Βιβλιοθήκης.
[Περίληψη της διάλεξης που δόθηκε στη Μονεμβασία στις 31 Ιουλίου 1982, την οποία ο συγγραφέας είχε την πρόθεση να επεξεργαστεί για τη δημοσίευση. Το κείμενο της περίληψης μοιράσθηκε στο ακροατήριο της 31ης Ιουλίου 1982.]
Μετάφραση-Περίληψη: Αλ. Γ. Καλλιγάς.

ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ακόμη καταλήξει σε τελικό συμπέρασμα για τους λόγους για τους οποίους άλλαξε πορεία η Δ’ Σταυροφορία. Άλλοι θεωρούν, δηλαδή, ότι η αλλαγή πορείας της Σταυροφορίας και η εγκατάσταση στην Κωνσταντινούπολη της Λατινικής Αυτοκρατορίας ήταν ένα σχέδιο προετοιμασμένο από τη Βενετία και ίσως από μερικούς αρχηγούς των Σταυροφόρων, ενώ άλλοι το αποδίδουν σε λάθος της τύχης. Ίσως το ασφαλέστερο θα ήταν να πει κανείς ότι οι Ενετοί και οι Σταυροφόροι ευνοούσαν την εγκατάσταση στην Κωνσταντινούπολη φιλικής προς αυτούς κυβερνήσεως και εν συνεχεία μια σειρά απρόβλεπτα γεγονότα, για τα οποία ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό η ανικανότητα της οικογένειας των Αγγέλων, οδήγησαν στην τραγωδία της Άλωσης της Πόλης και του διαμελισμού της Αυτοκρατορίας.
Η Δ’ Σταυροφορία σημειώνει μια καμπή στην ιστορία του Βυζαντίου, που ως τότε υπήρξε το προπύργιο του Χριστιανισμού εναντίον του Ισλάμ. Από την περίοδο αυτή όμως, που οι Τούρκοι άρχισαν να προωθούνται στη Μικρά Ασία, οι Βυζαντινοί δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν τον από την Ανατολή κίνδυνο, παρ’ όλο που θα μπορούσαν να είχαν εκμεταλλευτεί τις επιδρομές των Μογγόλων εναντίον των Τούρκων,για να τους εξουθενώσουν. Αλλά το Βυζάντιο είχε καταλήξει πια ένα μικρό κράτος στην Ανατολική Ευρώπη, ανάμεσα σε άλλα, ισχυρότερα, κράτη.

Η Δ’ Σταυροφορία όμως αποτελεί καμπή και στην ιστορία των Σταυροφοριών, που ως τότε κατευθύνονταν εναντίον των Μουσουλμάνων και γίνονταν σε συνεργασία με τους Βυζαντινούς, τους οποίους όμως οι Δυτικοί δεν θεωρούσαν σίγουρους συμμάχους: αισθάνονταν απέχθεια καί αντιζηλία γι’ αυτούς, στα μάτια τους ήταν σχισματικοί, επειδή η Εκκλησία τους δεν υποτάσσονταν στην παπική εξουσία. Γι’ αυτό θεωρούσαν ότι έπρεπε εκείνοι να αναλάβουν την εξουσία στο Βυζάντιο. Αλλά παρά τις προσπάθειες των Δυτικών να δικαιώσουν ηθικά το αποτέλεσμα της Δ’ Σταυροφορίας, υπήρξε ένα τρομερό λάθος και πολιτικό και στρατηγικό. Οι τελευταίες δεκαετίες του 12ου αιώνα είναι μία περίοδος αδυναμίας για το κουρασμένο, από τα φιλόδοξα σχέδια του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού, Βυζάντιο. Έτσι οι Τούρκοι μπόρεσαν να εγκατασταθούν στη Μικρά Ασία και οι Σταυροφόροι δεν μπορούσαν πια να κατευθύνονται προς τη Συρία δια ξηράς.

Ένα πιο σοβαρό αποτέλεσμα της Δ’ Σταυροφορίας ήταν ότι θεωρήθηκε ιερό καθήκον των Δυτικών να κρατήσουν την Ανατολική Εκκλησία υπό τον έλεγχο της Ρώμης καί να πολεμούν, επομένως, εναντίον των σχισματικών Ελλήνων. Έτσι, αντί να πολεμούν στην Παλαιστίνη, διάφοροι φιλόδοξοι ιππότες μπορούσαν να πολεμούν σε πολύ πιο ευχάριστο περιβάλλον, στην Ελλάδα, εγκαθιστώντας εκεί ηγεμονίες. Και το πιο τρανό παράδειγμα της περίπτωσης αυτής είναι του Γοδεφρείδου Βιλλαρδουίνου,που εγκαταστάθηκε στην Πελοπόννησο και έγινε Πρίγκιπας της Αχαΐας.
Εξακολουθούσαν βέβαια να υπάρχουν Σταυροφόροι παλαιού τύπου, αλλά οι προσπάθειες των Δυτικών συγκεντρώθηκαν στη Λατινική Αυτοκρατορία της Ρωμανίας και στις ηγεμονίες που ιδρύθηκαν στην Ελλάδα, που την ίδρυσή τους οι Πάπες ενθάρρυναν, πράγμα που έκανε πολλούς ευσεβείς καθολικούς να αντιμετωπίζουν την κατάσταση με πολύ σκεπτικισμό. Όταν, δε, οι Πάπες έφτασαν στο σημείο να κηρύσσουν τον ιερό πόλεμο εναντίον των πολιτικών τους αντιπάλων,τότε και η ιδέα της υψίστης παγκόσμιας παπικής εξουσίας και το κίνημα των Σταυροφοριών παρήκμασαν. Η παρακμή όμως των Σταυροφοριών έγινε σταδιακά. Όσο υπήρχε ακόμη κάποια εξουσία των Σταυροφόρων στη Συρία, δηλαδή ως τα 1291 αλλά και λίγο αργότερα, βρίσκονταν Σταυροφόροι πού πήγαιναν να πολεμήσουν εναντίον των απίστων και οργανώθηκαν κάποιες εκστρατείες, συνήθως χωρίς επιτυχία.

Παρ’ όλο που οι Δυτικοί συνειδητοποίησαν ότι η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης δεν είχε γι’ αυτούς πραγματική αξία,πράγμα που οι Ενετοί είχαν διαπιστώσει από νωρίτερα (ενώ οι Γενοβέζοι συμμάχησαν με τους Βυζαντινούς και ανέλαβαν το πολύ αποδοτικό εμπόριο στη Μαύρη Θάλασσα), η απώλειά της, στα 1261, κατάφερε ένα βαρύ κτύπημα στην περηφάνια τους. Η κατοχή της Ελλάδας, εν τούτοις, και των νησιών του Αιγαίου είχε γι’ αυτούς μεγάλη σημασία, γιατί μπορούσαν να ελέγχουν τους θαλάσσιους δρόμους προς τους Αγίους Τόπους, ακόμη και μετά την τουρκική διείσδυση στη Μικρά Ασία. Και από αυτή την άποψη ίσως και οι ίδιοι οι Έλληνες να επωφελήθηκαν από την παρουσία των Λατίνων σε ορισμένα μέρη, όπως για παράδειγμα από την παρουσία των Ιωαννιτών Ιπποτών στη Ρόδο, που δέχονταν πρώτοι τις τουρκικές επιθέσεις.

Ήταν λοιπόν για τους Δυτικούς καίρια η θέση της Ελλάδας για τη συνέχιση των Σταυροφοριών. Και επειδή οι Έλληνες ήσαν σχισματικοί στα μάτια τους, θεωρούσαν ιερό καθήκον να καταλάβουν τις χώρες τους και να τους πολεμήσουν, αν διαφωνούσαν. Και όπως πάντα, λαμβάνοντας υπ’ όψιν το πρακτικό όφελος, η Βενετία φρόντισε να εξασφαλίσει, κατά τη συμφωνία του διαμελισμού της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στα 1204, τις περιοχές εκείνες που θα εξυπηρετούσαν τα εμπορικά της συμφέροντα, ακόμη και αν δεν μπορούσε εξ αρχής να τις καταλάβει όλες, και περιορίστηκε στα λιμάνια της Μεθώνης και Κορώνης, την Κρήτη και αργότερα το Ναύπλιο, ενώ ενίσχυε τους πολίτες της να καταλάβουν ελληνικές περιοχές και να ιδρύσουν ανεξάρτητες ηγεμονίες. Δεν έχανε όμως έτσι το νομικό δικαίωμα να διεκδικήσει αργότερα οποιαδήποτε από τις περιοχές αυτές έκρινε ότι εξυπηρετούσε τα συμφέροντά της. Οι υπόλοιπες ηγεμονίες δημιουργήθηκαν από Γενοβέζους αλλά κυρίως από Γάλλους της Βουργουνδίας, όπως οι Βιλλαρδουίνοι της Πελοποννήσου και οι Ντε λα Ρός της Αθήνας και της Θήβας.

Παρ’ όλο που δεν είναι δυνατόν να αναπτύξει κανείς εδώ την πολύπλοκη ιστορία της Φραγκοκρατίας, οι ηγεμόνες αυτοί στην Ελλάδα πίστευαν ότι υπηρετούσαν, με την εχθρική τους στάση εναντίον των Ορθόδοξων,την υπόθεση των Σταυροφοριών. Άλλωστε, διάσταση απόψεων μεταξύ Σταυροφόρων και Βυζαντινών ως προς τους σκοπούς των Σταυροφοριών υπήρχε ήδη από την Α’ Σταυροφορία. Οι πρώτοι τις έκαναν για να ανοίξουν οι δρόμοι προς τους Ιερούς Τόπους, οι δεύτεροι για να φύγουν οί Τούρκοι από τη Μικρά Ασία. Την εποχή της Α’ Σταυροφορίας ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου δεν είχε τη διάθεση να επεκτείνει τα εδάφη του, ενώ αναγνωρίζονταν ως προστάτης των ορθόδοξων κατοίκων των Αγίων Τόπων. Οι κάτοικοι έβρισκαν, αργότερα, ότι περνούσαν καλύτερα υπό τους χαλίφες παρά υπό τους Φράγκους. Για τους Λατίνους οι Ορθόδοξοι ήσαν πολύ ανεκτικοί απέναντι στους Μουσουλμάνους. Οι ίδιοι πίστευαν στην αξία του πολέμου, ενώ αντίθετα οι Βυζαντινοί προσπαθούσαν πάντα να τον αποφύγουν πιστεύοντας στην αξία της διπλωματίας. Βέβαια και οι Σταυροφόροι, όταν εγκαταστάθηκαν στη Συρία και την Παλαιστίνη, ανακάλυψαν την ανάγκη της διπλωματίας. Αλλα κάθε νέο κύμα Σταυροφόρων έφτανε στους Αγίους Τόπους για να κάνει πόλεμο και αυτό συνέτεινε στην εξαφάνιση των κρατιδίων των Σταυροφόρων εκεί. Σε τέτοιους Σταυροφόρους οι Ορθόδοξοι έμοιαζαν, αναπόφευκτα, αναξιόπιστοι.
Το Σχίσμα έκανε την κατάσταση ακόμη πιο περίπλοκη. Οι Δυτικοί θεωρούσαν ότι έπρεπε να επαναφέρουν τους Ορθόδοξους στην ορθή πίστη, αλλά ότι αυτό μπορούσε να γίνει μόνο δια της βίας.

Μερικοί βέβαια θεωρούσαν ότι αρκούσαν μόνο απειλές,και έτσι κατάφερε ο πάπας Γρηγόριος Ι’, ανάμεσα στα 1271 και 1276, να πείσει τον βυζαντινό αυτοκράτορα Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγο να δεχθεί την ένωση των Εκκλησιών και την υποταγή των Ορθόδοξων στη Ρώμη. Δεν ακολούθησαν όμως τον Μιχαήλ οι υπήκοοί του.
Στην Ελλάδα, παρ’ όλο που οι φράγκοι ηγεμόνες ήταν σκληροί απέναντι στους Ορθόδοξους, δεν φαίνεται να ήθελαν πολύ την ένωση των Εκκλησιών, που θα τους υποχρέωνε να αποκαταστήσουν την ελληνική εκκλησιαστική ιεραρχία, την οποία είχαν αντικαταστήσει με λατινική. Άλλωστε ο πάπας Γρηγόριος Ι δεν ήταν δημοφιλής στους φράγκους πρίγκιπες και ιδιαίτερα στον πιο φιλόδοξο μαχητή για τα λατινικά συμφέροντα, κατά τον όψιμο 13ο αιώνα, τον Κάρολο του Ανζού, αδελφό του βασιλιά της Γαλλίας Αγίου Λουδοβίκου.

Ο Κάρολος είχε καταφέρει με τη βοήθεια των υποστηρικτών του Πάπα να καταλάβει το θρόνο της Νεάπολης και της Σικελίας από την οικογένεια των Χόχενσταουφεν. Σκόπευε να δημιουργήσει μια μεσογειακή αυτοκρατορία. Παρά τα αναμφισβήτητα προσόντα του, ήταν απάνθρωπος. Βέβαια κάλυπτε τις αποικιοκρατικές του φιλοδοξίες με το μανδύα του ιερού πολέμου εναντίον των σχισματικών, που ήταν πιο βολικοί αντίπαλοι από τους απίστους. Ήθελε να αποκαταστήσει τη Λατινική Αυτοκρατορία στην Κωνσταντινούπολη. Παρ’ όλο, όμως, που ο πάπας Γρηγόριος Ι’ προσπάθησε να του στρέψει το ενδιαφέρον προς την Ανατολή, βοηθώντας τον να αγοράσει τα δικαιώματα του θρόνου της Ιερουσαλήμ, ο Κάρολος δεν ανέλαβε καμιά επιχείρηση στην Ανατολή.
Συμμετέσχε σε μία μόνο Σταυροφορία, που οργάνωσε ο αδερφός του, ο Άγιος Λουδοβίκος, τον οποίο ο Κάρολος έπεισε να κατευθυνθεί, όχι εναντίον της Ιερουσαλήμ, αλλά της Τύνιδας. Η εκστρατεία απέτυχε, ο βασιλιάς της Γαλλίας πέθανε,ο στρατός και ο στόλος έπαθαν μεγάλες ζημιές.

Αξίζει να σταθεί κανείς σε αυτόν τον βασιλιά που αποτέλεσε τον μεγαλύτερο κίνδυνο για τους Έλληνες. Λίγο πριν καταλάβει το θρόνο του ο Κάρολος, οι Βυζαντινοί άρχισαν να ανακαταλαμβάνουν την Πελοπόννησο, από τα τρία μεγάλα κάστρα, τον Μυστρά, τή Μαΐνη και αυτήν εδώ την ιστορική πόλη της Μονεμβασίας. Υπήρξαν το αντάλλαγμα για την απελευθέρωση του Πρίγκιπα Γουλιέλμου Β’ Βιλλαρδουίνου, πού είχε πιαστεί αιχμάλωτος, μετά τη μάχη στη μακρινή Πελαγονία της Μακεδονίας, από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγο, και παρ’ όλο που κρύφτηκε πίσω από ένα σωρό άχυρα, μεταμφιεσμένος, τον αναγνώρισαν από τα προεξέχοντα δόντια του. Έτσι οι Βυζαντινοί έθεσαν τη Λακωνία υπό τον έλεγχό τους. Αυτό τρόμαξε τους Λατίνους, και ο Κάρολος, που θεωρούσε τον εαυτό του πρωταγωνιστή, ανέλαβε δράση. Δεν θέλησε όμως να χτυπήσει τη Λακωνία, αλλά θεώρησε ότι παίρνοντας την Πόλη θα υποχρέωνε και τις επαρχίες να παραδοθούν. Οργάνωσε δυνατό στρατό και στόλο, συμμάχησε με τη Βενετία και βέβαια με τον Πάπα και θεωρούσε ότι, παρ’ όλο που υπήρχε ακόμη απόγονος των Χόχενσταουφεν (η βασίλισσα της Αραγονίας), δεν κινδύνευε από εχθρούς και ότι δεν θα έβρισκε εμπόδιο στη Σταυροφορία του.

Η πρώτη του εκστρατεία εν τούτοις χρησιμοποιήθηκε, όπως είδαμε, για την ενίσχυση του αδελφού του, Αγίου Λουδοβίκου, με μεγάλες απώλειες. Όταν ετοιμάστηκε άλλη, ο Πάπας Γρηγόριος Ι’, που μόλις είχε επιτύχει την ένωση των Εκκλησιών, την απαγόρευσε. Αλλά ο Πάπας αυτός πέθανε, οι Έλληνες δεν αποδέχθηκαν την ένωση, και έτσι οι επόμενοι Πάπες υποστήριξαν τα σχέδια του Καρόλου, που άρχισε πάλι να ετοιμάζεται για την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης.
Δεν υπάρχει χρόνος για να αναφερθούν όλες οι λεπτομέρειες της μεγάλης διεθνούς συνωμοσίας που έσωσε την Κωνσταντινούπολη. Οργανωτής της ήταν ένας ναπολιτάνος γιατρός που τον χρησιμοποιούσαν όλες οι πλευρές, ήταν όμως έμπιστος των Χόχενσταουφεν. Αυτός βρισκόταν σε στενή επαφή με τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγο, που αντιμετώπιζε με τρόμο την εκστρατεία του Καρόλου.

 Η συνωμοσία χρηματοδοτήθηκε από τους Βυζαντινούς και σ’ αυτή συνεργάστηκαν οι Γενοβέζοι και η Αυλή της Αραγονίας. Οργανώθηκε στη Σικελία,όπου η διοίκηση του Καρόλου παρουσίαζε τις μεγαλύτερες αδυναμίες λόγω της αντιθέσεως των Σικελών στον Κάρολο. Στά 1282 -ενώ είχε συγκεντρωθεί η μεγάλη αρμάδα του Καρόλου του Ανζού στη Μεσσήνη της Σικελίας,για να ξεκινήσει για την Κωνσταντινούπολη- έξω από την εκκλησία όπου είχε συγκεντρωθεί το πλήθος για τον Εσπερινό της Δευτέρας του Πάσχα, η κακή συμπεριφορά ενός γάλλου λοχία δημιούργησε αναταραχή, που απλώθηκε και οδήγησε στη σφαγή των Γάλλων. Μέσα σε μια βδομάδα, όσοι δεν είχαν φύγει από τη Σικελία είχαν σκοτωθεί, εκτός από τη Μεσσήνη, όπου βρίσκονταν ο μισοκατεστραμμένος στόλος του Καρόλου, ο οποίος είχε πια εμπλακεί σε πόλεμο εναντίον της Γένοβας και της Αραγονίας, που κράτησε ως το θάνατο του. Έτσι ματαιώθηκε η εκστρατεία εναντίον της Κωνσταντινούπολης.

Η σφαγή αυτή,που είναι γνωστή ως Σικελικός Εσπερινός, έχει καίρια σημασία για την Ιστορία της Μεσογείου, αλλά κυρίως για την ιστορία των Ελλήνων, την ιστορία του ελληνισμού. Ματαίωσε την τελευταία προσπάθεια για Σταυροφορία εναντίον των Ορθοδόξων και παρ’ όλο που οι θεωρητικοί των Σταυροφοριών συνέχισαν να μιλούν για την ανάγκη να υποτάξουν τους Έλληνες στους Λατίνους, δεν εκφράζονταν πια η πρόθεση να οργανωθεί Σταυροφορία και οι Έλληνες αφέθηκαν ήσυχοι στο Βυζάντιο, ενώ στην Πελοπόννησο αντιμετώπιζαν αντίσταση κυρίως από τις εγκατεστημένες εκεί δυνάμεις των Λατίνων.

Μερικοί δυτικοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι, αν είχε διαμορφωθεί ένα ισχυρό λατινικό κράτος στην Κωνσταντινούπολη, θα είχε μπορέσει να εμποδίσει την τουρκική προέλαση στην Ευρώπη. Μάλλον όμως θα ήταν αδύνατο να δημιουργηθεί ισχυρό λατινικό κράτος στην Κωνσταντινούπολη, όπως φάνηκε και από τις δυσκολίες του λατινικού κράτους του πρώιμου 13ου αιώνα και από τις ανεπιτυχείς προσπάθειες του Καρόλου, αλλά και από τη γενική κατάσταση και των Βαλκανίων και της Δυτικής Ευρώπης εκείνη την εποχή. Η αδιαφορία εξακολούθησε να υπάρχει, ακόμη κι όταν ο κίνδυνος από την προέλαση των Τούρκων έγινε εμφανής. Το μόνο αποτέλεσμα θα ήταν να πληγωθεί θανάσιμα ο ελληνικός κόσμος. Η λέξη Σταυροφορία έχει τώρα πια έναν ευγενικό απόηχο!

Αλλά η πραγματική ιστορία των Σταυροφοριών δεν συμφωνεί μ’ αυτήν την ερμηνεία,της γενναίας προσπάθειας για έναν ευγενικό σκοπό. Αν και οι Σταυροφόροι πίστευαν ότι έφεραν τη θέληση του Θεού, χαρακτηρίζονταν από άγνοια, μισαλλοδοξία καί αγριότητα. Ξεκίνησαν για να σώσουν τη χριστιανοσύνη, αλλά έφεραν μόνο καταστροφή. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία επωφελήθηκε ίσως από την Α’ Σταυροφορία, και αργότερα η ύπαρξη των κρατών των Σταυροφόρων ίσως να έστρεφε την προσοχή των Μουσουλμάνων προς αυτά αποσπώντας την από το Βυζάντιο. Αλλά η Β’ και η Γ’ Σταυροφορία δεν δημιούργησαν παρά δυσκολίες στο Βυζάντιο, ενώ η Δ’ του έκανε μια πληγή, από την οποία δεν στάθηκε δυνατό να αναρρώσει. Η αλήθεια είναι ότι, μετά τον Σικελικό Εσπερινό, δεν οργανώθηκε άλλη Σταυροφορία εναντίον των Ελλήνων, παρ’ όλο που οι εκκλησιαστικοί υπόσχονταν πάντα πνευματικές ανταμοιβές σε όσους μάχονταν εναντίον των Ορθόδοξων. Στην ίδια την Ελλάδα οι σχέσεις μεταξύ των ηγεμόνων της Φραγκοκρατίας και των Ελλήνων δεν ήταν πάντα κακές. Αλλά υπήρχε πάντα στο βάθος μια έχθρα που την αισθάνονταν ιδιαίτερα όσοι έρχονταν για πρώτη φορά από τη Δύση, μια έχθρα, που εξέφραζε ένα μέρος από το πνεύμα των Σταυροφοριών, όπως είχε καταλήξει τότε πια.
Γι’ αυτό θεωρώ τη λέξη “Σταυροφορία”βρόμικη.


΄πηγή: http://anaktisi.wordpress.com/ 

Χριστός και Χρόνος , Μάριος Μπέγζος


Ό που λείπει ο χρόνος, απουσιάζει ο Χριστός. Εκεί όπου πιστεύεται ο χρόνος, μπορεί να πιστευθεί και ο Χριστός. Χριστός και χρόνος συρράπτονται στενότατα και εσώτατα. Αυτό κατέδειξε με το αριστούργημα της ζωής του, το βιβλίο του "Χριστός και Χρόνος", ο Όσκαρ Κούλμαν. Η προτεραιότητα του χρόνου ονομάζεται εσχατολογία. Η θεολογία, που προτιμά τον χρόνο και προτάσσει την ιστορία, αποκαλείται εσχατολογική.


H πατερική θεολογία στην Ανατολή διαφύλαξε ως κόρη οφθαλμού την ιουδαιοχριστιανική εσχατολογία παρά τις έντονες πιέσεις που δέχθηκε τόσο από τον ελληνισμό όσο και από το γνωστικισμό. Η παρακαταθήκη του αρχέγονου χριστιανισμού με την εσχατολογική έμφαση της μεταφυσικής του διασώθηκε τελικά στο βυζαντινό χριστιανισμό. Η Ορθοδοξία συνίσταται σε αυτό: στην διαφύλαξη της εσχατολογικής οντολογίας του χριστιανισμού. Από εκεί εκπήγασε η λυδία λίθος που είχε στη διάθεση της η πατερική θεολογία για να ορθοτομήσει την αλήθεια στο χριστολογικό,το τριαδολογικό,το εικονομαχικό ή το πνευματολογικό ζήτημα. Η χριστιανική οντολογία είναι εσχατολογική ή δεν είναι χριστιανική.

Η Ορθοδοξία είναι εσχατολογική ή ανορθόδοξη :
"Οι Πατέρες δεν αποπειράθηκαν μια συστηματική έκθεση της εσχατολογίας με στενή και τεχνική έννοια. Είχαν όμως πλήρη συνείδηση εκείνης της εσώτερης λογικής που οδηγούσε από την πίστη στο Χριστό ως λυτρωτή στην ελπίδα του μέλλοντος αιώνος" τονίζει κατηγορηματικά ο π. Γ. Φλωρόφσκυ και υπογραμμίζει παραπέρα: "Η εσχατολογία δεν είναι απλώς ένα ειδικό κεφάλαιο του χριστιανικού θεολογικού οικοδομήματος, αλλά μάλλον η βάση του και το θεμέλιο του, η αρχή που το καθοδηγεί και το διαπνέει, το κλίμα όλης της χριστιανικής σκέψεως, όπως ήταν ανέκαθεν άλλωστε. Ο χριστιανισμός στην ουσία του είναι εσχατολογικός και η εκκλησία είναι μια εσχατολογική κοινότητα... Η χριστιανική προοπτική είναι ουσιαστικά εσχατολογική".

Η επιστημονική εγκυρότητα των διερευνήσεων του π. Γ. Φλωρόφσκυ για την πατερική και τη βυζαντινή θεολογία είναι αδιαμφισβήτητη έτσι ώστε να περιττεύει η επίκληση περαιτέρω αποδεικτικού υλικού για το ότι ο βυζαντινός χριστιανισμός συνέχισε την εσχατολογική οντολογία. Σύμφωνα πάντα με τον πρύτανη της ορθόδοξης θεολογίας του αιώνα μας, τον μακαριστό π. Γ. Φλωρόφσκυ, η εσχατολογική παράδοση των Πατέρων της Εκκλησίας βασίσθηκε σε δύο θεμέλια: την Δημιουργία και την Ενσάρκωση. Η Δημιουργία κατάγεται από την Π.Δ. και η Ανάσταση εδράζεται στην Κ.Δ. Η πατερική θεολογία από τον Ειρηναίο και τον Αθανάσιο μέχρι τον Μάξιμο και τον Παλαμά στηρίζεται στην εσχατολογία για να διαχωρίσει την οντολογία της από τον ελληνισμό και το γνωστικισμό. Ακόμα και η εικονομαχία δεν ήταν τίποτε άλλο παρά αναζωπύρωση του πλατωνισμού και του ελληνισμού μέσα στο χριστιανισμό με τη διαμεσολάβηση του ωριγενισμού και του γνωστικισμού, δηλαδή επρόκειτο για την οντολογική "μόλυνση" της εσχατολογίας από την κοσμολογία. Στο βαθμό που η οντολογία τηρεί την εσχατολογική της χροιά παραμένει ορθόδοξη χριστιανική. Αλλιώς εκπίπτει στον ανορθόδοξο χριστιανισμό, δηλαδή στην αίρεση. Η εσχατολογική οντολογία υπήρξε κριτήριο Ορθοδοξίας για την πατερική και βυζαντινή θεολογία κατά τον π. Γ. Φλωρόφσκυ.

Ο εσχατολογικός χαρακτήρας της βυζαντινής παράδοσης εξαίρεται από όλη σχεδόν τη σοβαρή κι αξιοπρόσεκτη θεολογία του αιώνα μας τουλάχιστο. Το δόγμα πιστεύεται ότι διακρίνεται για την εσχατολογική του θεμελίωση. Η λατρεία της εκκλησίας ομολογείται ότι διαποτίζεται από το πνεύμα της εσχατολογίας και διασώζει ίσως καλύτερα από καθετί άλλο την εσχατολογική οντολογία της Ορθοδοξίας. Ο μοναχισμός βιώνει μέσα στο πνεύμα της εσχατολογίας, γι' αυτό προβάλλει ισχυρότατες αντιστάσεις στον ωριγενισμό, τον πλατωνισμό και νεοπλατωνισμό, που μαζί με τον γνωστικισμό και τον μανιχαισμό, επεχείρησαν να διεισδύσουν στην εκκλησία μέσα από την ασκητική παράδοση. Τέλος, η ερμηνευτική παράδοση της Βίβλου με την προτίμηση της τυπολογίας αντί της αλληγορίας διέσωσε την εσχατολογία μέσα στο βυζαντινό χριστιανισμό. Η τυπολογική ερμηνευτική στηρίζεται στο χρόνο: προτύπωση στο παρελθόν και εκπλήρωση στο μέλλον. Η αλληγορική μέθοδος μοιάζει άχρονη και βασίζεται σε ανιστορικές "πνευματικές" κατηγορίες.

Η πρόκριση της τυπολογίας σημαίνει πρόκριμα της εσχατολογικής οντολογίας από την πατερική και βυζαντινή θεολογία.
Μένοντας μέσα στην ατμόσφαιρα της ορθόδοξης πατερικής παράδοσης μπορούμε να γράψουμε τον επίλογο αυτού του σημειώματος μας με την πέννα του π. Γ. Φλωρόφσκυ επικαλούμενοι μια δική του ρήση που αποκαλύπτει με ενάργεια την σχέση ανάμεσα στον θεό και τον χρόνο από τους προπάτορες του Ισραήλ μέχρι και τους Πατέρες της Εκκλησίας κατά τον ακόλουθο τρόπο: "Όποιος μένει απαθής ενώπιον της ιστορίας, αυτός ποτέ δεν μπορεί να είναι καλός χριστιανός".

Από την πρώτη άλωση στην τρίτη; του Πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Μεταλληνού

Εάν αποφράδα ημέρα είναι η 29η Μαΐου 1453, αφού “η πόλις των πόλεων”,  έπεσε στα χέρια των Τούρκων, εξίσου σημαντική είναι και η 13η Απριλίου 1204, ημέρα κατά την οποία η Πόλη κατακτήθηκε από τους Σταυροφόρους και τους Φράγκους.
Μετά το 1204 αρχίζει η μακρά περίοδος της πτώσης της Αυτοκρατορίας. Η Πόλη πλέον ήταν καταδικασμένη να πέσει, να πεθάνει. Το κύριο χτύπημα κατά της Κωνσταντινουπόλεως και της Αυτοκρατορίας της Ρωμιοσύνης, της Ρωμανίας, γίνεται το 1204 και όχι το 1453. Το 1453 δόθηκε η χαριστική βολή. Από εκεί και πέρα, η εξέλιξη των πραγμάτων είναι σημαντική.
Ο ανομολόγητος στόχος των Σταυροφοριών ήταν η κυριαρχία στη Ανατολή. Το πνεύμα, οι στόχοι και η κινητήριος δύναμή τους ήταν η ενοποίηση Δύσης και Ανατολής, η πραγμάτωση μια υπερ-ενωμένης Ευρώπης υπό το σκήπτρο της Φραγκοσύνης. Αυτός ήταν ο στόχος τόσο της θρησκευτικής όσο και της πολιτικής ηγεσίας τους. Το ίδιο σχέδιο θα επαναληφθεί από το Μέγα Ναπολέοντα στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα. Κι αυτό το όραμα της ενωμένης Ευρώπης έγινε πραγματικότητα σήμερα με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Σήμερα είναι πλέον ξεκαθαρισμένο πως η εκτροπή της σταυροφορίας προς την Κωνσταντινούπολη ήταν σκόπιμη. Κι αυτό φαίνεται από το γεγονός πως, όταν καταλαμβάνεται η Πόλη, η καταστροφή είναι πλήρης. Τα εγκλήματα των χριστιανών της Δύσεως ήταν τρομακτικά, σε σημείο που, όπως λένε οι ιστορικοί, δεν μπορούν να συγκριθούν με όσα έκαναν αργότερα οι Μουσουλμάνοι.
Μια πρώτη, θετική, συνέπεια ήταν η γνώση της Δύσεως. Το σχίσμα ενεργοποιείται το 1204. Οι Βυζαντινοί αντιλαμβάνονται τι σημαίνει Φραγκιά. Δημιουργούνται δύο παρατάξεις, η ανατολική παράταξη, αυτοί που είχαν πλέον κατανοήσει ότι δυστυχώς δυνατότητα φιλίας με τη Δύση δεν μπορεί να υπάρξει, και η δυτική παράταξη, εκείνοι που και μετά το Σχίσμα επέμεναν στη συνεργασία με την οποιαδήποτε Δύση. Αρχίζει λοιπόν ο διχασμός. Μετά το 1204 γίνεται αντιληπτό ότι ουσιαστικοί εχθροί του γένους των Ορθοδόξων είναι οι Φράγκοι.
Μετά το 1204 συνεχίζεται η πτωτική πορεία του Ελληνισμού και όλης της Ρωμηοσύνης ως το 1821, όπου το έτος αυτό έχουμε την επιβεβαίωση της διατηρήσεως της ψυχικής δυνάμεως, του ψυχικού δυναμισμού του έθνους και του γένους μας.
Εκείνο που έσωσε το Βυζάντιο και δεν έπαψε να υπάρχει ιστορικά, είναι πρώτον η Εκκλησία και δεύτερον είναι η αυτοκρατορική ιδέα, με τον πνευματικό της πάντα χαρακτήρα. Ποτέ το Βυζάντιο δεν στηρίχθηκε σε σύνορα, στηρίχθηκε στην ιδέα της παγκόσμιας κοινωνίας που εντάσσει όλο τον κόσμο μέσα εις την αγκαλιά του Χριστού και ενώνει «εν Χριστώ» όλους τους ανθρώπους.
Σήμερα αναδύεται και πάλι το φάσμα του 1204 αυτό το πνεύμα δεν νικήθηκε ποτέ, δεν πέθανε. Επιβιώνει με τους δυτικόφρονες ευρωπαϊστές οποιασδήποτε μορφής, που εμφανίζονται στο προσκήνιο. Η διαδικασία του εκδυτικισμού μας συνεχίζεται. Ο στόχος ήταν το σβήσιμο της αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης, διότι  αν δεν γινόταν αυτό, η αυτοκρατορία της Ενωμένης Ευρώπης δε θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα. Στόχος ήταν και είναι ο εξευρωπαϊσμός, η αυτοπαράδοσή μας δηλαδή στα δυτικά μοντέλα, στα δυτικά πρότυπα.
Η Δύση όμως άλλαξε; Η Ευρώπη άλλαξε; Υπάρχει μια μόνιμα αρνητική στάση, η οποία αρχίζει από τον 18ο αιώνα. Η ευρωπαϊκή αιχμαλωσία της παιδείας μας και της πολιτικής μας δείχνει ότι εισήλθαμε σε μια τρίτη άλωση, που είναι συνέχεια της αλώσεως του 1204. Το 1453 είχαμε τις ψυχικές δυνάμεις και τα συνειδησιακά αποθέματα, το φρόνημα -όπως λένε εκκλησιαστικά- να υπερβούμε την κατάσταση. Σήμερα φαίνεται πως οι περισσότεροι δεν τα διαθέτουμε. Δόξα στο Θεό, η μαγιά μένει· μένει η πλατιά λαϊκή βάση και συνεχώς αποδεικνύεται αυτό που το λέμε πολλές φορές, ότι ο λαός μας προηγείται της ηγεσίας του. Εμείς έχουμε την εσωτερική ελευθερία και γι’ αυτό το λόγο υπάρχουν οριακές στιγμές μέσα στην πορεία μας, όπου δεν υπακούμε στα κόμματα και στην ηγεσία μας. Δεν υπακούμε ακόμη και στην εκκλησιαστική ηγεσία, όταν δε μας διδάσκει το νόμο του Χριστού μας και δε συνεχίζει το κήρυγμα τον Άγιων Πατέρων.
Σε μας δεν περνάνε τα πάντα μέσα από τη λογική, αλλά από την ενοποιημένη και ενωμένη ύπαρξη του ανθρώπου. Σε μας πορεύεται η λογική μαζί με την καρδιά όχι ως συναίσθημα. Η καρδιά είναι ο χώρος όπου λειτουργεί η Χάρη του Θεού. Για μας η καρδιά είναι το κέντρο της υπάρξεως, εκεί μέσα σώζεται ή εκεί μέσα χάνεται ο άνθρωπος. Αυτή λοιπόν η ολοκληρωμένη παρουσία και έκφραση του Έλληνα, του ανθρώπου, δε μπορεί να γίνει κατανοητή στη Δύση.
Στόχος των Δυτικών -και των Παπικών συμπεριλαμβανομένων- συνεχίζεται να είναι η αποσύνδεση της Ορθοδοξίας από τον Ελληνισμό· αυτό σημαίνει χωρισμός Εκκλησίας - Πολιτείας. Ο χωρισμός για τον οποίον γίνεται κατά καιρούς λόγος, δεν σημαίνει διοικητικό χωρισμό, διότι αυτός υπάρχει και καθορίζεται νομικά. Θέλουν την αποσύνδεση της Ορθοδοξίας από όλες τις δομές, από όλους τους θεσμούς, από όλες τις περιπτώσεις του εθνικού μας βίου. Σήμερα λοιπόν υπάρχει απειλή αλώσεως της ψυχής, διότι τα σύνορά μας πλέον δεν είναι γεωγραφικά. Αυτοπαραδοθήκαμε στην ευρύτερη αυτή ένωση που λέγεται Ενωμένη Ευρώπη και στη Νέα Εποχή και στη Νέα Τάξη Πραγμάτων. Τα σύνορά μας όμως συνεχίζουν να είναι μέσα στην ψυχή μας. Εκεί ζει και επιβιώνει ο Ελληνισμός, ο Ελληνορθόδοξος άνθρωπος κι εκεί χάνεται. Η νεολαία μας, η νεολαία της Κύπρου και οι συνειδητοποιημένοι Χριστιανοί αποδεικνύουν ότι δεν χάθηκαν όλα, και δεν χάθηκαν όλα γιατί δεν χάθηκε η οικογένεια. Εμείς, ως Έλληνες και ως Ορθόδοξοι, σώζουμε ακόμα την οικογένεια. Συνεχίζουμε να ζούμε «εν Χριστώ». Ο Θεός είθε να μας δίνει δύναμη, να κραταιώνει τους ποιμενάρχες μας, να κραταιώνει τον κλήρο, τους εκπαιδευτικούς, τους γονείς, ώστε να κρατήσουμε ορθό αυτόν τον τόπο, την Ελλάδα των αγίων και των ηρώων.

----------------
* Απομαγνητοφωνημένα αποσπάσματα από την ομιλία στον Ιερό Ναό Αγίου Θεράποντα στις 23 Απριλίου 2004, με τη συμπλήρωση 800 χρόνων από την πρώτη άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204 και 950 χρόνων από το Σχίσμα του 1054.

πηγή: www3.aegean.gr

Σάββατο 28 Μαΐου 2011

O Mλάντιτς και η Ιμπεριαλιστική Τάξη



1. Η σύλληψη του Ράντκο Μλάντις , αρχηγού των Σερβικών στρατιωτικών δυνάμεων στον πόλεμο της Βοσνίας, η παράδοση του απο τον σημερινό Σέρβο πρόεδρο Τάντιτς, στις δυνάμεις του αντιδραστικού Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης , κλείνει τον κύκλο εκδίκησης και επιβολής της Αμερικάνικης και Ευρωπαικής Ιμπεριαλιστικής Τάξης πάνω στο πτώμα της παλιάς Γιουγκοσλαβίας. Μετά την διάλυση που οργάνωσαν οι Δυτικές δυνάμεις, μετά τον τεμαχισμό των Βαλκανίων, μετά την επιβολή δυτικόφιλων καθεστώτων, επιδόθηκαν σε ένα ανελέητο κυνηγητό απέναντι στους ηγέτες του Σερβικού Έθνους, που τόλμησαν να αντισταθούν στα σχέδια της Ουάσινγκτον και του Βερολίνου, που υπερασπίστηκαν την ανεξαρτησία της χώρας τους και το δικαίωμα να καθορίζουν τις τύχες των εσωτερικών τους υποθέσεων. Η δίψα για αίμα και για επίδειξη δύναμης μέσω του διασυρμού και της εξόντωσης του ηττημένου αντιπάλου, είναι μια μέθοδος που έχει πάρει πια μόνιμα χαρακτηριστικά όλη την περίοδο της Νεοταξικής αντίδρασης που κυριαρχεί στον κόσμο, απο το '90 και μετά. Ας θυμηθούμε, διάλυση του Ιράκ , εξόντωση Χουσείν, εξόντωση Οτσαλάν,διάλυση Γιουγκοσλαβίας, εξόντωση Μιλόσεβιτς και τώρα Μλάντιτς, κατοχή σε Ιράκ και Αφγανιστάν, εξόντωση Μπιν Λάντεν. Νεκροί που πολλαπλασιάζουν το θέαμα της παντοδυναμίας τους, Νεκροί που επιβεβαιώνουν ότι ο μονοπολικός κόσμος ακόμα και αν φτάνει στο τέλος του, κανονίζει ακόμα το διεθνές πλαίσιο δικαίου. Νεκροί που συμβολίζουν μια κυριαρχία ενός πολιτισμού που βροντοφωνάζει πως τα έθνη, οι λαοί, οι πολιτισμοί που δεν κάνουν, δεν επιθυμούν το δίκαιο της Ιμπεριαλιστικής Γεωπολιτικής, θα διαλύονται, θα σβήνονται απο το χάρτη, και θα σέρνονται ζωντανοί ή νεκροί οι άνθρωποι που συμβολίζουν αυτή την αντίθεση στην κυρίαρχη διεθνή τάξη πραγμάτων.

2. Ο Μλάντιτς είναι το ζωντανό δώρο της δουλικότητας ενός μοντέρνου προτεκτοράτου. Ο Τάντιτς φρόντισε να τον συλλάβει και να τον δωρίσει στην ΄΄΄διεθνή δικαιοσύνη΄΄, να επισπεύσει με μια χειρονομία προδοσίας και ραγιαδισμού, την αποδοχή της χώρας του απο την ΕΕ, απο τις ΗΠΑ, να γίνει και η Σερβία επιτέλους Δύση! Δεν είναι τυχαία η υποδοχή που έτυχε αυτή η σύλληψη. Οι ΗΠΑ πρώτες έσπευσαν να συγχαρούν την Σέρβική ηγεσία και να τονίσουν ότι η σύλληψη αποδεικνύει πόσα βήματα μπροστά κάνει η Σερβία στον νέο περιβάλλον. Άνθρωποι της ΕΕ και μεγάλα ΜΜΕ δήλωσαν πως τώρα διευκολύνεται ακόμα περισσότερο η είσοδος της Σερβίας στην Ένωση. Το αίμα, η αγριότητα, ο καθυστερημένος Βαλκανισμός, η σκοτεινή Ορθοδοξία με τους αναχρονισμούς της, όλα πια σβήστηκαν με μια σύλληψη, με μια χειρονομία προδοσίας, ακριβώς γιατί είναι μια επιβεβαίωση υποταγής. Ο Μλάντιτς θα δικαστεί σαν εγκληματίας πολέμου, απο τους νικητές του πολέμου που διέλυσε την πατρίδα του. Κανείς Μουσουλμάνος, κανείς Κροάτης, κανείς μη-Σέρβος που πολέμησε και σκότωσε σε εκείνο τον πόλεμο δεν υπήρξε εγκληματίας, μόνο ο Μλάντιτς, μόνο ο Σέρβος που πέρα απο την υπεράσπιση της Γιουγκοσλαβίας, πολέμαγε να μην συρρικνωθεί η χώρα της μεγάλης ιστορικής και πολιτισμικής συνείδησης των Σλαβικών Βαλκανίων, πολέμαγε για να μην επιτραπεί στο δυτικό ιμπεριαλισμό να λεηλατήσει τα πλούτη της και παράλληλα να φέρει μέσα στα Βαλκάνια την ημισέληνο της νέο-Οθωμανικής πολιτικής. Ο συμβολισμός και όλες οι ιδεολογίες που υπηρετεί είναι προφανείς. Η σύλλήψη αυτή όπως και όλες οι άλλες , περίτρανα επιβεβαιώνουν την αδιάκοπη γεωπολιτική και γεωπολιτισμική επιχείρηση του Δυτικού Ιμπεριαλισμού να εξαφανίσει κάθε ιδιαίτερο εθνικό στοιχείο που μπορεί να καθυστερήσει ή να ακυρώσει τα σχέδια του μοιράσματος του κόσμου.

3. Ο Μλάντιτς είναι ακόμα η απόδειξη μιας αποτυχίας της Ρωσικής πολιτικής, της αντι-δυτικής Ρωσίας που προσπαθεί να σπάσει τον μονοπολικό κόσμο. Οι συσχετισμοί, αλλά και ο βαθμός ισχύος του Ρωσικού παράγοντα, δεν μπορούν ακόμα στην πράξη να μπλοκάρουν τις αποτρόπαιες αυτές ενέργειες του διεθνούς συστήματος. Και αυτό στα μάτια των λαών της Ανατολικής και Νότιας Ευρώπης, των λαών της κοινής πολιτισμικής κ θρησκευτικής παράδοσης με τον Ρωσικό λαό, είναι δείγμα αδυναμίας, φόβου και μιας τακτικής που ακόμα προσπαθεί να κερδίσει χρόνο απέναντι στην ακόμα παντοδύναμη Αμερικανο-Ευρωπαική Τάξη πραγμάτων.
Το ποθητό Ευρασιανικό όραμα, το σχέδιο ακόμα μιας Ευρω-Σιβηρίας, που έχουν την Ρωσία στο επίκεντρο τους, παραμένει όραμα και σχέδιο. Ο Μλάντιτς όπως και ο Μιλόσεβιτς είναι τα ονόματα μιας επιχείρησης συμβολικής επίδειξης δύναμης αλλά και δημιουργίας μιας διεθνούς συνείδησης, που ο Αμερικάνικός ιμπεριαλισμός, κατοχυρώνει απέναντι στον επίδοξο παγκόσμιο αντίπαλο που λέγεται Ρωσία. Η πολιτική χρήση της εξόντωσης ενός παλιού αντιπάλου βασίζεται στο να οριστικοποιηθεί στην περιοχή των Βαλκανίων μια συνείδηση στους λαούς και στις άρχουσες τάξεις. Η συνείδηση ότι ο ηγεμόνας δεν επιτρέπει παρεκτροπές που να απειλούν την Ισλαμική πολιτική της Τουρκίας, την γεωοικονομική και γεω-στρατιωτική κυριαρχία των Γερμανών και των ΗΠΑ. Μια συνείδηση που να υποστηρίζει την ανάσχεση με κάθε τρόπο της Ρώσικης επιρροής και φυσικά τον αποκλεισμό κάθε εθνικής ανεξαρτησιακής επιλογής των λαών. Η Ε.Ε θα είναι το μέλλον όλων. Και το σχέδιο αυτό εξυπηρετεί και την Βόννη  και την Ουάσινγκτον

4. Ο Μλάντιτς είναι, τέλος, το θύμα ενός ολοκληρωτικού πολιτισμικού πολέμου, κρατούμενος στα χέρια του κοσμοπολίτικου διεθνισμού, είναι το πρόσωπο που συμβολίζει το αίμα που χύνεται για την πατρώα γη του κάθε λαού, και κρατείται απο αυτούς που συμβολίζουν τις θαλάσσιες δυνάμεις του Χρηματιστιριακής δικτατορίας, από αυτούς που χύνουν το αίμα τους μόνο για το χρήμα. Ο Μλάντιτς είναι το Έθνος που πηγαίνει στην Χάγη, στο α-εθνικό δικαστήριο, είναι εγκληματίας γιατί ο Ισλαμισμός είναι δικαίωμα ενώ η Ορθοδοξία έγκλημα, είναι εγκληματίας γιατί τα προτεκτοράτα είναι απόδειξη δημοκρατίας ενώ τα μεγάλα εθνικά κράτη είναι απόδειξη του Κακού. Είναι εγκληματίας γιατί καθυστέρησε την Δύση να εισβάλλει στα τελευταία προπύργια της Ανατολικής Σοσιαλιστικής κοιτίδας που έσβησε η πτώση του ΄89.
Τι είναι αυτό που πρέπει να συνειδητοποιήσουμε απο αυτή την σύλληψη; τι είναι αυτό που πρέπει να προετοιμάσουμε στο πνεύμα μας και στην πράξη μας; Τι είναι αυτό που πρέπει να διαδώσουμε παντού;
Είμαστε σε πόλεμο , η Ανατολική αυτοκρατορία των λαών, πρέπει να γίνει όραμα και άλλων χιλιάδων ακόμα ανθρώπων σε όλη την περιοχή μας, όραμα ελευθερίας!

IMPERIUM GAIA

Παρασκευή 27 Μαΐου 2011

ΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ ΤΗΣ ΟΡΓΗΣ ,Zάγκρεμπ, Κροατία, του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου


Η ώρα είναι περασμένες έντεκα. Οι διαβάτες έχουν αραιώσει πολύ εδώ, στην κεντρική πλατεία του Ζάγκρεμπ. Οι παρέες και τα ζευγαράκια πληρώνουν και φεύγουν. Τα γκαρσόνια ανυπομονούν να τελειώσουν τη δουλειά, να πάνε για ύπνο. Η κίνηση πέφτει, η ησυχία διαδέχεται τα ακούσματα του πλήθους, στο σκοτάδι μιας γλυκιάς, ανοιξιάτικης νύχτας. ‘Οσο αραιώνει το πλήθος, τόσο το μάτι δεν μπορεί να αποφύγει τις σιωπηρές φιγούρες. ‘Oπως τον ηλικιωμένο κύριο που στέκεται διστακτικός μπροστά στη βιτρίνα με τα σάντουιτς του “ξενυχτάδικου”, μετρώντας και ξαναμετρώντας προσεκτικά τα λιγοστά του κέρματα. Τους απόμαχους της ζωής, που έχουν περικυκλώσει όλους τους κάδους των σκουπιδιών της πλατείας, εξετάζοντας σχολαστικά το περιεχόμενό τους.

Πρόσωπα-σύμβολα της νέας Φτώχειας που απλώνει τις θανατερές φτερούγες της πάνω από την Ευρώπη, εκπρόσωποι όχι ενός λυπηρού “περιθωρίου”, όπως θέλουμε να πιστεύουμε, αλλά του «μέλλοντος» που μας ετοιμάζουν οι τραπεζίτες της. “¨Ολοι ξέρουμε ότι οι επόμενες γενηές θα ζήσουν χειρότερα από μας”, δήλωσε μια μέρα ο Πρόεδρος της Κομισιόν Μπαρόζο, χωρίς ίσως να συνειδητοποιεί τις εκρηκτικές συνέπειες της δήλωσής του. ¨Οσο για μένα, εκπλήσσομαι με το πόσο λίγη σημασία δίνουμε όλοι μας σε αυτά που λέει, όπως πέρυσι το καλοκαίρι, πούκανε μια περίεργη αναφορά στο ενδεχόμενο νέων δικτατοριών στη Νότιο Ευρώπη.

Η Κροατία ετοιμάζεται τώρα να μπει, επιτέλους, στην Ευρωπαϊκή ‘Ενωση. Η γειτονική Ρουμανία είναι ήδη μέσα στον νεοφιλελεύθερο «παράδεισο». Την παραμονή των Χριστουγέννων, η τηλεόραση του Βουκουρεστίου μετέδιδε ζωντανά την ομιλία του Πρωθυπουργού. Απέκρουε στη Βουλή την πρόταση μομφής της αντιπολίτευσης. Ξαφνικά, μια κραυγή ακούστηκε από τα θεωρεία: «Πήρατε το φαί από το στόμα των παιδιών μας». Υπακούοντας στο νόμο της τέχνης τους, οι κάμερες στράφηκαν ακαριαία στον 40χρονο τεχνικό της ρουμανικής ΕΡΤ που πηδούσε εκείνη τη στιγμή στο κενό, φορώντας ένα μπλουζάκι πούγραφε: «Κλέψατε το μέλλον των παιδιών μας».

Τελικά, ο Αντριάν Σουμπαρού μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο και γλύτωσε. Πατέρας ενός αυτιστικού παιδιού δεν άντεξε τις τελευταίες περικοπές κατά 25% των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων και των κοινωνικών επιδομάτων που έπαιρναν οικογένειες με ανάπηρα παιδιά, όπως η δική του. Είκοσι χρόνια μετά από την πτώση του «κομμουνισμού» του Τσαουσέσκου, η Ρουμανία έχει δύο εκατομμύρια λιγότερους κατοίκους από τότε και τους μισούς εργάτες. Σήμερα, το 61% των Ρουμάνων λέει στις δημοσκοπήσεις ότι ζει «πολύ χειρότερα» απότι στο παληό καθεστώς, το 84% θεωρεί ότι κακώς εκτελέσθηκε ο Τσαουσέσκου και η γυναίκα του χωρίς τίμια δίκη και το 60% λυπάται για τον θάνατό του. Το 45% των Ρουμάνων εκτιμά ότι θάταν καλύτερα αν δεν είχε γίνει η αντικομουνιστική επανάσταση του 1989 και το 59% θεωρούν τον κομμουνισμό καλή ιδέα που, όμως, «δεν εφαρμόστηκε σωστά», κατά το 44%.

Νοσταλγία

Με το προηγούμενο καθεστώς, οι Ρουμάνοι είχαν σταθερή δουλειά, δεν πλήρωναν σχεδόν τίποτα για τη στέγη που παρείχε το κράτος, είχαν δωρεάν ιατρική περίθαλψη και επιδοτούμενες διακοπές στη Μαύρη Θάλασσα. Σήμερα, ζουν σε μια χώρα που μπορεί να είναι μεν μέλος της ΕΕ, την κυβερνά όμως η Μαφία, υπόκεινται στην κατεδάφιση των δημόσιων και κοινωνικών δαπανών, κατ΄ εντολήν της Κομισιόν, ξένοι ελέγχουν τις τράπεζες και μεσαίες τάξεις δεν υπάρχουν. Μια παρασιτική νεοπλουτίστικη τάξη επιδεικνύει την ακαλαισθησία και την αμορφωσιά της σε μια θάλασσα φτώχειας και εξαθλίωσης, όπου θεωρείται φυσικό για τις φοιτήτριες να εκδίδονται για να χρηματοδοτήσουν τις σπουδές τους.

Ο δεσποτικός «κομμουνισμός» αντικαταστάθηκε από έναν εξίσου, ή περισσότερο άγριο νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό, είδος μετάβασης από μια δήθεν «προλεταριακή» δικτατορία σε μια μαφιόζικη δήθεν «δημοκρατία». Η «διαφθορά» δεν είναι παρενέργεια, είναι ουσία ενός συστήματος που στηρίχτηκε στην «πρωταρχική συσσώρευση» του κεφαλαίου δια λεηλασίας του δημόσιου πλούτου. Μαυροβούνιος, ελληνικής καταγωγής συγγραφέας, ο Ανδρέας Νικολαϊδης
μας εξηγεί με την ακόλουθη ιστορία τη φύση του μετασχηματισμού:

«‘Όταν επιβλήθηκαν οι κυρώσεις στη Σερβία και το Μαυροβούνιο, κάμποσοι Μαυροβούνιοι πήγαιναν στην Ιταλία, έκλεβαν, γυρνούσαν και πουλούσαν τα κλοπιμαία. Μια μέρα, η αστυνομία έπιασε έναν και τον πλάκωσε στο ξύλο στην ανάκριση. Αν και ταλαιπωρημένος, ο κλέφτης φώναξε στους αστυνομικούς που τον έδερναν: «Εμένα μπορείτε να με σκοτώσετε, όχι όμως την ιδέα της ελεύθερης αγοράς!»

Μια καταστροφική μετάβαση

Η «μετάβαση» δεν κατέστρεψε μόνο τη Ρουμανία, αλλά σχεδόν όλες τις κοινωνίες των πρώην ανατολικών χωρών. Είκοσι χρόνια μετά την κατάρρευση και το αποδειχθέν πλαστό όνειρο «ελευθερία και δολλάρια», οι πρώην «σοσιαλιστικές» χώρες, εκτός της Πολωνίας, δεν κατάφεραν να φτάσουν το ακαθάριστο εθνικό προϊόν που είχαν τότε, υπογραμμίζει ο Βούλγαρος ακαδημαϊκός Ροσσέν Βασίλιεφ σε έναν έξοχο απολογισμό της «μετάβασης» στο Global Research. Προτού συνέλθουν από τα δεινά της κατάρρευσης, οι χώρες αυτές βρίσκονται τώρα αντιμέτωπες με την κρίση του ευρωπαϊκού καπιταλισμού! Η Κροατία χρωστούσε τρία δισεκατομμύρια δολλάρια όταν διαλύθηκε η Γιουγκοσλαβία. Σήμερα χρωστάει πάνω από ογδόντα!

Μετά το «όνειρο» της Δύσης και του καπιταλισμού, ξεφτίζει τώρα και το δίδυμο «αδελφάκι» του, το ευρωπαϊκό «όνειρο». Η ‘Ενωση απαιτεί από την Κροατία, εν όψει ένταξης, να κλείσει ή πουλήσει τα κρατικά ναυπηγεία, τελευταίο βιομηχανικό «στολίδι» που της απέμεινε, καταργώντας τις κρατικές επιδοτήσεις, εν ονόματι της «αρχής» του «ελεύθερου, ανόθευτου ανταγωνισμού». Στις τελευταίες δημοσκοπήσεις μόνο 40% των Κροατών είναι υπέρ της ένταξης, 40% εναντίον, 20% δεν απαντά. «Αν ψηφίσω Ναι στο δημοψήφισμα, θα το κάνω μόνο γιατί δεν ξέρω που πάει το ‘Όχι, δεν είναι σαφής η εναλλακτική», μου λέει η δημοσιογράφος Λιούμπιτσα Λέτινιτς, του καναλιού 3, που μοιάζει πολύ σκεπτική με την ΕΕ. Κι αφού δώσει αυτή την απάντηση, το ξανασκέφτεται και αντιστρέφει το θεώρημα: «’Η μπορεί να ψηφίσω όχι γι’ αυτό ακριβώς, να δω τι θα γίνει!»

Πρωτεύουσα της αμιφισβήτησης και η 'άμεση δημοκρατία"

«Μοιρασμένη» ανάμεσα στους Ουστάσι και τους παρτιζάνους του Τίτο στον Παγκόσμιο Πόλεμο, η Κροατία χρωστάει την ύπαρξή της ως κράτος όχι μόνο στα προβλήματα της Γιουγκοσλαβίας, αλλά και την εγκληματική πολιτική Γερμανίας, Αυστρίας και Βατικανού στα Βαλκάνια, που ήθελαν τα δικά τους προτεκτοράτα. Τα σύνορά της, τα χρωστάει στην επέμβαση των ΗΠΑ που έπεισαν τον Μιλόσεβιτς να αφήσει ανυπεράσπιστους τους Σέρβους σε Σλαβονία και Κράινα. Είναι αντικομμουνιστική, δεξιά, συντηρητική και θρησκευόμενη. Είναι δηλαδή το τελευταίο μέρος που περιμένει κανείς σήμερα να βρει αριστερούς και δη νέους. Καταλαβαίνετε λοιπόν την έκπληξή μου την Τρίτη, καθώς, προερχόμενος από μια Ελλάδα που αναζητά κανείς «με το ντουφέκι» νέους στις εκδηλώσεις της αριστεράς ή της «αμφισβήτησης», αντίκρισα εκατοντάδες, ίσως και χιλιάδες νεαρούς να συνωστίζονται για να μπουν στον κεντρικό κινηματογράφο του Ζάγκρεμπ, το «Κινό Ευρόπα» (πρώην «Μπαλκάν»!), όπου ετοιμαζόταν να μιλήσει ο κάπως εκκεντρικός Σλαβόι Ζίζεκ, λαύρος επικριτής του νεοφιλελευθερισμού και ανερχόμενος τώρα «σταρ» της ευρωπαϊκής «αμφισβήτησης».

Και δεν είναι μόνο αυτός. Το Ζάγκρεμπ έγινε, για δύο εβδομάδες, η ευρωπαϊκή πρωτεύουσα της αμφισβήτησης, με μια σειρά παράλληλων, «ομόκεντρων» εκδηλώσεων, που συγκέντρωσαν μια πλειάδα διανοουμένων από τα Βαλκάνια, την Ευρώπη, και εκτός αυτής. Στο κέντρο τους το «Φεστιβάλ Ανατρεπτικών Ταινιών», το τέταρτο που οργανώνεται μετά το 2008, φέτος με τον τίτλο «μια αίσθηση ιστορίας και η ηθική της αντίστασης στον τρίτο κόσμο». Τα προηγούμενα αφορούσαν το 1968, την Πολιτιστική Επανάσταση και τον σοσιαλισμό. Λες και ξαναφυτρώνει τώρα ο σπόρος που άφησαν, στη δεκαετία του ¨70, οι λαμπροί διανοούμενοι της, μόλις ανεκτής από το καθεστώς, επιθεώρησης Praxis. ‘Ένα νέο κίνημα σπουδάζουσας νεολαίας, αλλά με ευρύτερη απήχηση στους πολίτες αναπτύσσεται τώρα στην Κροατία. Αποφεύγει τους «Σοσιαλιστές», που δεν έχουν τίποτα το σοσιαλιστικό, δεν θέλει επιστροφή στον κλασικό «κομμουνισμό», συγκεντρώνεται κυρίως γύρω από την ιδέα της «’Αμεσης Δημοκρατίας», περισσότερο μορφή απόρριψης ενός χρεωκοπημένου πολιτικού συστήματος, παρά συγκεκριμένη ακόμα ιδέα κοινωνικής αναδιοργάνωσης. Δουλεύει πολύ με «κοινωνικά μέσα», όπως το Facebook.

Στο Ζάγκρεμπ ήρθαν, μίλησαν, αντήλλαξαν απόψεις και συχνά συγκρούσθηκαν, συζητώντας για την κρίση Ανατολικής και Δυτικής Ευρώπης, τις αραβικές επαναστάσεις, τον πόλεμο στη Λιβύη, άνθρωποι όπως ο «τριτοκοσμικός» οικονομολόγος Σαμίρ Αμίν, στενός φίλος του Ανδρέα και ιδρυτής του «Παγκόσμιου Εναλλακτικού Φόρουμ», ο φιλόσοφος ‘Ιστβαν Μέζαρος, ο Ντέιβιντ Χάρβευ, ο Μπάουμαν, ο Αντόνιο Νέγκρι, θρυλική, ανώδυνη όμως λένε τώρα οι επικριτές του, μορφή της ιταλικής «αυτονομίας», το ευρωπαϊκό δίκτυο Transform, διανοούμενοι από όλες σχεδόν τις βαλκανικές χώρες και πολλές ευρωπαϊκές (από την Ελλάδα, ο Χάρης Γκολέμης του Ινστιτούτου Πουλαντζά και ο γράφων), αλλά και αρκετοί μη Ευρωπαίοι, που επέκριναν σφοδρά τους τελευταίους για τις πολύ περιορισμένες διαμαρτυρίες τους για το νέο πόλεμο στη Λιβύη. Το θέμα της ένταξης ή μη στην ΕΕ δίχασε σφόδρα τους εκπρόσωπους της σλοβένικης και κροάτικης «νέας αριστεράς», όπως και ευρύτερα η στάση που πρέπει να τηρήσει η αριστερά απέναντι στο ευρώ. ¨Εκκληση για “μέτωπο των χρεωμένων” έκαναν οι Πορτογάλλοι. «Η Ευρώπη κουράστηκε, της λείπει ο δυναμισμός», ήταν το συμπέρασμα των εκπροσώπων του κορεατικού Ινστιτούτου ‘Ερευνας για τον 21ο αιώνα.

Ζαγκρέμπ ίσον Μαγκρέμπ, παίζει με τις λέξεις ο Κροάτης Σρέτσκο Χόρβατ, που περιμένει, όπως και ο Ζίζεκ, μια «κοινωνική ανάφλεξη» στα Βαλκάνια, ανάλογη της βορειοαφρικανικής. Υπενθυμίζει τις μεγάλες διαδηλώσεις στη Ρουμανία, τους νεκρούς διαδηλωτές στην Αλβανία, το μεγάλο φοιτητικό κίνημα και τις καταλήψεις πανεπιστημίων στην Κροατία, τα αντίστοιχα κινήματα στη Βοσνία. Ο Julian Assange έχει προβλέψει ότι θα προκληθεί επανάσταση στα Βαλκάνια, όταν δημοσιεύσει στα Wikileaks τα ντοκουμέντα που αφορούν τη χερσόνησο.

Πρόκειται μάλλον για «υπεραισιόδοξες», «βιαστικές” εκτιμήσεις, που δεν παίρνουν ίσως υπόψιν τους ότι, σε αντίθεση με την Αραβία, όπου η «δημοκρατία» μπορούσε να αποκρυσταλλώσει τον αγώνα κατά της τυραννίας, το «εναλλακτικό σχέδιο» για τις χώρες των Βαλκανίων δεν έχει καν παρουσιασθεί. Αντανακλούν όμως τον όλο και πιο ανυπόφορο χαρακτήρα των κοινωνικών πιέσεων, την κατάρρευση του ονείρου, την εμφάνιση μιας γενηάς που δεν επιδιώκει μόνο νάχει λεφτά στην τσέπη, θέλει να αφήσει κάποιο αποτύπωμα στην ιστορία.

Κόσμος του Επενδυτή, 21.11.2011
Konstantakopoulos.blogspot.com

Τετάρτη 25 Μαΐου 2011

Michael O' Meara , Η έννοια του πολιτικού κατά τον Καρλ Σμιτ


Όπως και αν τεθεί, το ερώτημα του πολιτικού αφορά πάντοτε το σημαντικότερο ζήτημα το οποίο αντιμετωπίζει κάθε άνθρωπος. Το πολιτικό παρόλα αυτά δεν θα πρέπει να συγχέεται με την «πολιτική» ή με την «κομματική πολιτική», η οποία αφορά ατομικά και ειδικά συμφέροντα εντός των κοινοβουλευτικών θαλάμων αερίων. Η «πολιτική» συνδέεται με τον ορθολογισμό, τον υλισμό, τον οικονομισμό και την κυριαρχία του Μαμμωνά, όλα εκ των οποίων υπονομεύουν την εξουσία, την παράδοση και τις προσταγές του πολιτικού.

Ι.
Το πολιτικό αναφέρεται στο κράτος στην υψηλότερη εκδήλωσή του, ως ο παράγοντας της εσωτερικής ειρήνης και της εξωτερικής ασφάλειας. Μόνο αφότου η φιλελεύθερη κοινωνία αναμόρφωσε το κράτος - ώστε να διευκολύνει τους ιδιώτες να ελιχθούν για θέσεις ισχύος και επιρροής, από την στιγμή που τα ατομικά συμφέροντα επικράτησαν του συλλογικού συμφέροντος της πολιτείας - άρχισαν η πολιτική και το πολιτικό να αποκλίνουν (Στις Η.Π.Α., το πρώτο φιλελεύθερο κράτος, η πολιτική ήταν από την αρχή «μπίζνες»). Έτσι για τον Σμιτ το πολιτικό δεν αφορά αυτό που συμβατικώς γίνεται αντιληπτό ως πολιτική, αλλά μάλλον εκείνες τις καταστάσεις όπου το κράτος («το πολιτικό καθεστώς ενός οργανωμένου λαού σε μία περίκλειστη εδαφική μονάδα») είναι διακριτό από την κοινωνία και πάνω από αυτήν· πιο συγκεκριμένα τις καταστάσεις κατά τις οποίες απειλείται με καταστροφή από ένα υπέρ-προσωπικό κίνημα ή οντότητα και πρέπει κατά συνέπεια να δράσει ώστε να υπερασπιστεί τον εαυτό του και την κοινότητα στης οποίας την υπεράσπιση έχει αφιερωθεί.

ΙΙ.
Τοιουτοτρόπως, τα πολικά κατηγορήματα τα οποία προσδιορίζουν το πολιτικό είναι αυτά της διάκρισης μεταξύ φίλου-εχθρού (μία διάκριση που συνεπάγεται την πιθανότητα φυσικής εξόντωσης μεταξύ των αντιπάλων κρατών). Αυτή η διάκριση βασίζεται σε αντιθετικά κατηγορήματα, διακριτά από το πολιτικό (διακριτά κατά τον τρόπο που τα κατηγορήματα του καλού και του κακού προσήκουν στην ηθική, το ωραίο και το άσχημο στην αισθητική, το επικερδές και το ζημιογόνο στα οικονομικά κ.ο.κ.)

ΙΙΙ.
Ποιος είναι ο εχθρός; Για τον Σμίτ είναι ο υπερπροσωπικός άλλος, ο ξένος, ο υπαρξιακός ξένος, του οποίου η έντονη εχθρότητα και ετοιμότητα για μάχη απειλούν το κράτος και τις σχέσεις φιλίας στο εσωτερικό του. Έτσι ο εχθρός ορίζεται όχι βάσει προσωπικών αισθημάτων ή ηθικών κρίσεων (inimicus), αλλά μόνο υπό την όψη μίας εντόνως εχθρικής δυνάμεως (hostis) η οποία απειλεί την ύπαρξη του κράτους. Υπό αυτήν την έννοια, ένας εχθρός υπάρχει οπουδήποτε μία μαχόμενη συλλογικότητα αποτελεί απειλή για μίαν άλλη συλλογικότητα. Για να ταυτοποιήσουμε τον εχθρό, είναι αναγκαίο να τον βιώσουμε ως ζωντανή απειλή κατά έναν τρόπο που καμία λογική ανάλυση, καμία πολυλογούσα λογική, καμία αντικειμενική κρίση, κανένα κανονιστικό κριτήριο δεν μπορεί να προβλέψει· διότι αυτό αποτελεί την εμπειρία ενός ανθρώπου ο οποίος ενσυνειδήτως αισθάνεται πότε η ύπαρξή του τίθεται σε κίνδυνο. Ο εχθρός καθορίζεται εδώ υπό όρους κριτηρίων, όχι περιεχομένου ή υπόστασης, παίρνοντας έτσι την μορφή ενός πράγματος το οποίο είναι πάντοτε συγκεκριμένο, υπαρκτό και πολύ έντονο, χωρίς να είναι επομένως απλώς κάτι μεταφορικό ή συμβολικό. «Αυτό που έχει πάντοτε σημασία, είναι μόνον η πιθανότητα σύγκρουσης». Συνήθως ο εχθρός είναι ο ξένος, ο «άλλος» του οποίου η απειλή έρχεται από το εξωτερικό. Όμως ο εχθρός μπορεί να αναδυθεί και από εσωτερικές διαφορές όπως όταν εσωτερικές κοινωνικές, θρησκευτικές, τμηματικές και άλλες διαφορές γίνουν τόσο έντονες ώστε να εξασθενήσουν την ενότητα του κράτους και την κοινή ταυτότητα του σώματος των πολιτών, πολώνοντάς τους σε φίλους και εχθρούς – δηλαδή σε μία κατάσταση εμφυλίου πολέμου καθώς η εσωτερική πολιτική αποκτά πρωταρχική σημασία. Ένα άλλο πιο σπάνιο παράδειγμα εχθρού τοποθετημένου στο εσωτερικό (χαρακτηριστικό των Η.Π.Α.) παρατηρείται οπουδήποτε ξένα πολιτισμικά στοιχεία αναλαμβάνουν τον έλεγχο του κράτους εις βάρος των πολιτών του (γενόμενα έτσι αυτό που ο Yockey απεκάλεσε «ένας εσωτερικός εχθρός»).


ΙV.
Οι φίλοι, αντιθέτως, μοιράζονται μια δέσμευση ως προς έναν τρόπο ζωής ο οποίος τους συνδέει μεταξύ τους, που τους δίνει ένα αίσθημα αλληλεγγύης, ένα αίσθημα που υπερβαίνει ζητήματα οικονομικών ή ηθικής, κάτι το οποίο προσομοιάζει με μία κοινή, ομοιογενή ταυτότητα που φθάνει πέρα από τις προσταγές της ιδιωτικής ζωής – ακόμη και αν αυτοί οι «φίλοι» δεν γνωρίζουν ο ένας τον άλλον. Η φιλία (η αρμονική κατάσταση ανάμεσα σε αυτούς που συνθέτουν μία μεγάλη, κοινωνικά ή κοινοτικά συνεκτική ομάδα) προηγείται πάντοτε της εχθρότητος, διότι είναι αδύνατον να έχουμε τους απειλούντες την ζωή «αυτούς» χωρίς να έχουμε πρώτα τους καταφάσκοντες την ζωή «εμάς». Πράγματι, είναι μόνον υπό την απειλή του θανάτου και της καταστροφής την οποία αποτελεί ο εχθρός, που συνειδητοποιούμε πλήρως το τι είμαστε και μαθαίνουμε το τι είναι πραγματικά «λογικό» για εμάς. Αυτή η φιλία υπονοεί ότι το ειδικό υπερισχύει του καθολικού και ότι μία διακυβευμένη σύγκλιση συμφερόντων, βασισμένη στην κατοχή κοινών ποιοτήτων με τον εχθρό είναι αδιανόητη.

V.
Εν τέλει τότε, το πολιτικό είναι ένα ερώτημα ζωής και θανάτου – ένα ερώτημα το οποίο προϋποθέτει την ύπαρξη ενός εχθρού – ενός εχθρού νοούμενου ανεξαρτήτως άλλων αντιθέσεων (όπως οι ηθικές αντιθέσεις καλού εναντίον κακού) και με εννοιολογικώς αυτόνομα κατηγορήματα σκέψεως. Προϋποθέτοντας το πολιτικό, το κράτος υπό την Σμιτική έννοια, προσανατολίζεται μάλλον προς τις εξωτερικές απειλές παρά προς τις εσωτερικές δομές της διακυβέρνησης ή στην κοινωνικοοικονομική δραστηριότητα (το πεδίο της κομματικής πολιτικής). Το κράτος αντ΄αυτού προσδένεται στην αποφασιστικότητά του να υπερασπιστεί – με τα όπλα αν είναι αναγκαίο – την διακριτή του ύπαρξη. Αυτό δίνει στο κράτος το «δικαίωμα» να εξασκήσει την εξουσία του σχετικά με το ius belli, να καλέσει τα ατομικά του μέλη να σκοτώσουν και να ριψοκινδυνεύσουν να σκοτωθούν. Μία τέτοια εξουσία καθιστά το κράτος «ανώτερο» σε σχέση με όλες τις άλλες ενώσεις, διότι μόνον αυτό εξωθεί τα μέλη του να σκοτώσουν και να ριψοκινδυνεύσουν να σκοτωθούν. Οι αδύναμοι άνθρωποι που φοβούνται τις «δοκιμασίες και τους κινδύνους» που συνεπάγεται το πολιτικό αναπόφευκτα εξαφανίζονται από την ιστορία. Είναι αυτή η αποφασιστικότητα, η οποία συνεπάγεται ζωή ή θάνατο, που ειδικώς συνιστά αυτό που ο Σμιτ αντιλαμβάνεται ως την ουσία του πολιτικού. Όταν η επικείμενη απειλή πολέμου υποχωρεί το ίδιο συμβαίνει και με το πολιτικό. Αυτό δεν σημαίνει πως ο πόλεμος αφ’ εαυτού είναι ο «στόχος, ο σκοπός ή το περιεχόμενο του πολιτικού»· μόνον ότι ο «τρόπος συμπεριφοράς» - η ατομική ευθύνη – η κυρίαρχη άσκηση της εξουσίας – που αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο και αποφασίζει να του αντισταθεί – αποτελεί το πολιτικό. Το να είσαι λοιπόν πολιτικός, κατά την άποψη του Σμιτ, απαιτεί όχι μόνον απλώς μία πρότερη δέσμευση απέναντι στις εσωτερικές σχέσεις φιλίας και την κοινωνική αλληλεγγύη την οποία αυτές γεννούν, αλλά και σε μία συγκεκριμένη μορφή ζωής όπου η ομαδική ταυτότητα αξιολογείται, εν τέλει, υπεράνω της φυσικής υπάρξεως.

VI.
Τοιουτοτρόπως, το πολιτικό το οποίο «ούτε ευνοεί, ούτε αντιτίθεται στον πόλεμο» δεν είναι αναγκαστικά μία αποκλειστικώς πολεμική λειτουργία (ο πόλεμος είναι η υψηλότερη εκδήλωση της πολικότητος εχθρός/φίλος), ούτε μπορεί να ειπωθεί ότι είναι ένας per se πολεμοχαρής μηδενισμός. Μάλλον είναι περισσότερο σαν κάτι καθορισμένο από την πιθανότητα ένοπλης εχθρότητος – ακόμη και στις περιπτώσεις όπου τα parties belligerantes νομιμοποιούν την εμπόλεμη κατάστασή τους στο όνομα της ελευθερίας, της δικαιοσύνης ή κάποιας άλλης αφαίρεσης. Ο πόλεμος είναι απλώς μία «διαρκώς παρούσα πιθανότητα» την οποία ο Σμιτ αναγνώρισε και όρισε ως τον πυρήνα της πολιτικής σφαίρας. Αλλά αν για τον Σμιτ ο πόλεμος είναι, πάνω από όλα, μία αντίδραση σε μία εξωτερική απειλή και όχι μία επιδιωκόμενη επιθετικότητα, τότε τι υπονοείται όσον αφορά το υπαρξιακό ζήτημα; (Επιφανειακά τουλάχιστον, υποδηλώνει μία απόρριψη του l’esprit de conquête και της θελήσεως για δύναμη, την οποία ένας σύντροφος αντιλήφθηκε ως φιλελεύθερο ίχνος στην σκέψη του Σμιτ και εγώ ως ένα Καθολικό ηθικό ίχνος. Εν πάσει περιπτώσει, ο Σμιτ δεν τα πήγε ποτέ πολύ καλά με τον Νίτσε.)

VII.
Ο φιλελευθερισμός δεν μπορεί να διακρίνει ανάμεσα σε φίλο και εχθρό διότι η ατομικιστική, ουνιβερσαλιστική και πλουραλιστική ιδεολογία του (συλλαμβανόμενη ως ιδεολογία ελευθέρως και αφιερωμένη στην – αφηρημένη – πρόταση ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν δημιουργηθεί ίσοι) αρνείται πως ένας τέτοιος ορισμός είναι καταληπτός σε έναν κόσμο κατανοητό υπό όρους αγοράς ή ηθικολογικούς όρους, όπου υπάρχουν μόνον ανταγωνιστές και ηθικές οντότητες με τις οποίες κάποιος διαπραγματεύεται ή επιχειρηματολογεί βάσει καθολικών δικαιωμάτων και συμφερόντων. Συνεπώς ο συμβιβασμός, όχι η σύγκρουση, είναι ο κύριος στόχος του φιλελεύθερου κράτους και ως εκ τούτου η ροπή του για ανταλλαγή, διαπραγμάτευση και επιχειρηματική δράση. Όμως όσο και αν προσπαθήσει, ο φιλελευθερισμός δεν μπορεί να διαφύγει από το «πολιτικό». Στις περιπτώσεις όπου εξαναγκάζεται να ορίσει έναν εχθρό, αυτός γίνεται αντιληπτός ως κάτι έξω από την «ανθρωπότητα» και έτσι όχι ως κάτι που πρέπει απλώς να νικηθεί, αλλά ως κάτι που πρέπει να εξοντωθεί ανηλεώς, διότι ο εχθρός του φιλελευθερισμού είναι κάτι μη ανθρώπινο.

VIII.
Επειδή ουσιαστικά βλέπει το κράτος ως ένα εργαλείο της κοινωνίας και της οικονομίας, αφιερωμένο στην μεγαλύτερη ευτυχία (υλική ευημερία), στον μεγαλύτερο βαθμό, ο φιλελευθερισμός στερείται μιας πολιτικής θεωρίας, έχοντας στην πραγματικότητα μόνο μία κριτική του πολιτικού. Πράγματι, ο φιλελεύθερος ατομικισμός και ο ουνιβερσαλισμός αρνούνται την ίδια την πιθανότητα του πολιτικού, τουλάχιστον κατ΄αρχήν. Διότι κατά την άποψή τους, τίποτε δε θα πρέπει να εξαναγκάζει το άτομο να πεθάνει για χάρη του κράτους, το οποίο το αντιλαμβάνονται με οικονομικούς και ηθικούς όρους αντί με πολιτικούς. Ένας τέτοιος εξαναγκασμός, υποστηρίζει, όχι μόνο θα παραβίαζε την ελευθερία του ατόμου, αλλά θα έκανε και τον συσχετισμό του με το έθνος/κράτος πρωτεύοντα· ενώ ο φιλελευθερισμός – με τον ανθρωπισμό του και τον ορθολογισμό του – παραλόγως και απανθρώπως υποστηρίζει πως μόνο τα ατομικιστικά ζητήματα οικονομίας και ηθικής είναι πρωτεύοντα. Το φιλελεύθερο κράτος είναι, ως τέτοιο, αφοσιωμένο ηθικώς στα δικαιώματα και στα συμφέροντα των ατόμων, ιδωμένων ως αυτο-εμπεριεχόμενων μονάδων, των οποίων το σύνολο είναι η ανθρωπότητα, και οικονομικώς στην απερίσπαστη παραγωγή και στο εμπόριο. Στην πράξη αυτό σήμανε πως οι παλαιότερα καθορισμένες κοινωνικές τάξεις, μαζί με τα «προνόμια» της παραδόσεως, είχαν υποχρεωθεί να υποκύψουν στις επιθυμίες άμορφων, χειραγωγήσιμων μαζών, καθώς η ποσότητα υπερίσχυσε της ποιότητος και το χρήμα ανέτρεψε το θεϊκό δικαίωμα των βασιλέων· ένα δικαίωμα το οποίο, παρεμπιπτόντως, πέρασε στην συνέχεια στους ανθρώπους του χρήματος, σε αυτήν την εθνική μειονότητα της οποίας η αρχή αποδείχθηκε καταστροφικότερη από οποιονδήποτε προηγούμενο τύραννο.

Επίσης σήμαινε πως ο τοκογλύφος μπορούσε να επικαλεστεί ιδιοκτησιακά δικαιώματα, ώστε να αφαιρέσει την γη των αγροτών, πως τα ατομικά συμφέροντα τα οποία εκπροσωπούνται από τους πολιτικούς έχουν προτεραιότητα έναντι του Πεπρωμένου του έθνους, και πως η αδελφοσύνη του ανθρώπου απαιτεί τους μεγαλύτερους, πιο βίαιους και εκδικητικούς πολέμους, ώστε να καταπνίξει εκφράσεις πολιτικής πολώσεως.

IX.
Παρόλα αυτά, το πολιτικό δεν μπορεί να αποφευχθεί – είναι απρόσβλητο από την αποπολιτικοποιητική διαδικασία – είναι η ουσία της κυριαρχίας. Σε περιπτώσεις πολέμου, το κράτος, ως το εργαλείο του πολιτικού, είναι η υπέρτατη εξουσία – υπεράνω του νόμου – και συνεχίζει να είναι για όσο διαρκεί η κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Στην πραγματικότητα, τα νομικά συστήματα βασίζονται όχι στην νομική λογική, αλλά σε μία εξουσία η οποία μιλάει σε υπαρξιακό/οντολογικό επίπεδο και η οποία δεν χρειάζεται άλλη δικαιολόγηση πέραν της ίδιας της υπάρξεώς της.

X.
«Το protego ergo oblige (προστατεύω άρα υποχρεώνω) είναι το cogito ergo sum (σκέφτομαι άρα υπάρχω) του κράτους.» Το κράτος, ως τέτοιο, είναι η υψηλότερη μορφή ανθρώπινης ενώσεως, υπερασπιζόμενο την ζωή των πολιτών του και προσδοκώντας στην συνέχεια, ότι και αυτοί θα είναι προετοιμασμένοι να πεθάνουν για αυτό, αν είναι αναγκαίο. Προστασία και υπακοή, υγιώς συνδεδεμένες, είναι κατ΄αυτόν τον τρόπο αμοιβαία περιπλεγμένες.

XI.
Τελικά, το πολιτικό είναι ένα υπαρξιακό ζήτημα του υψηλότερου βαθμού. Υπό την προοπτική του θανάτου, κάποιος αναγκάζεται να διαλέξει πλευρά και έτσι να αναλάβει την ευθύνη για την ζωή του. Σε αυτήν την σύγκρουση ο εχθρός, κατά κανόνα, τονίζει την αληθινή σημασία της φιλίας. Την ίδια ώρα, ο εχθρός καθορίζει το τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος, διότι μόνον όταν είμαστε αντιμέτωποι με τον θάνατο, αντιμετωπίζουμε και την ζωή ως όλον. Το πολιτικό, λοιπόν, συνεπάγεται το Πεπρωμένο διότι διατηρεί τους ανθρώπους στην ιστορικότητα και τους μεταφέρει πέρα από τους ιδιαίτερους εαυτούς τους, στο πεδίο των μεγάλων γεγονότων.

Στο οραματιζόμενο από τους φιλελεύθερους παγκόσμιο κράτος, σε μία κατάσταση όπου υπάρχει μόνον η «ανθρωπότητα» και καμία διάκριση φίλου/εχθρού (εκτός από την περίπτωση των εξωγήινων), δεν θα υπήρχε καθόλου το πολιτικό· μόνον ανταγωνισμός μεταξύ ατόμων, των οποίων η σημαντικότερη έγνοια θα ήταν ο αυτό-πλουτισμός, η άνεση και η διασκέδαση. Χωρίς το πολιτικό και το κράτος πάνω στο οποίο αυτό βασίζεται (δηλαδή, χωρίς μία υπαρξιακή δέσμευση σε μία κοινή ταυτότητα), δεν θα υπήρχε, ως συνέπεια, καμία πολικότητα, καμία αντίθεση, καμία υπερβατική αναφορά και κανένας τρόπος να αντιτεθούμε στο ενδεχόμενο του να συλλογιστούμε υπό την επήρεια του σύγχρονου μηδενισμού. Για αυτόν τον λόγο, το πρώτο θύμα της φιλελεύθερης αποπολιτικοποίησης είναι πάντοτε το «νόημα». Συνεπώς, αν οι Ευρωπαίοι πρόκειται να ανακτήσουν ποτέ το Πεπρωμένο τους, αυτό θα γίνει μόνο διαμέσου μίας πολιτικής επιβεβαιώσεως της ταυτότητος, η οποία τους διαχωρίζει από τους υπόλοιπους λαούς του κόσμου. Όλα τα υπόλοιπα είναι απλώς «πολιτική».

Michael OMeara

Μετάφραση-Απόδοση: Τήμενος

Το άρθρο στην αρχική του μορφή (αγγλική):http://www.counter-currents.com/2010/07/carl-schmitts-the-concept-of-the-political/

Ο Michael OMeara, Ph.D., σπούδασε κοινωνική θεωρία στο Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales του Παρισιού και σύγχρονη Ευρωπαϊκή ιστορία στο University of California, Berkeley. Είναι ο συγγραφέας του Toward the White Republic (San Francisco: Counter-Currents, 2010) και του New Culture, New Right: Anti-Liberalism in Postmodern Europe(Bloomington, Ind.: 1stBooks, 2004).

Δευτέρα 23 Μαΐου 2011

«ΟΙ ΕΛΛΗΝΟ-ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΣΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΣΥΓΚΥΡΙΑ –ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ΄", Σταύρος Λυγερός

HMEΡΙΔΑ 8ης Φεβρουαρίου 2011

«ΟΙ ΕΛΛΗΝΟ-ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΣΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΣΥΓΚΥΡΙΑ –
ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ»

Eισήγηση κ. Σταύρου Λυγερού
Δημοσιογράφου, Αναλυτού, Συγγραφέως

Κυρίες και Κύριοι,
  Ο κ. Γεννηματάς με την ομιλία του με βοηθάει να πάω κατ΄ευθείαν στην καρδιά των ελληνοτουρκικών. Έχω ήδη ένα περίγραμμα, όχι πάντα εντελώς αναγκαίο. Πριν πάω σ΄αυτά, θέλω να κάνω μία υπογράμμιση. Από το 1999 η Ελλάδα άλλαξε μία πολιτική. Εγώ τη νέα  Στρατηγική την ονομάζω «Στρατηγική Εξημέρωσης του Θηρίου». Να  πω δυο λόγια γι΄αυτό : Η βασική ιδέα ήταν ότι υποστηρίζοντας την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Τουρκία σταδιακά θα αρχίσει να εγκαταλείπει τις επεκτατικές διαθέσεις της και έτσι σταδιακά θα μετεξελιχθεί αν όχι σ΄έναν αγαθό γείτονα, πάντως σ΄ένα γείτονα ο οποίος δεν θα δημιουργεί τα γνωστά προβλήματα.

            Από τότε έχουν περάσει 11 και κάτι χρόνια, αρκετά για να κάνουμε έναν απολογισμό. Ο απολογισμός, αν μείνουμε δηλαδή μόνο στα γεγονότα, δεν δικαιώνει τις αρχικές προσδοκίες. Αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν μια πολιτική που δεν έπρεπε να δοκιμασθεί. Απλά, χρειάζεται να καταγράψουμε το γεγονός ότι πάρα πολλοί αρπάχτηκαν από αυτή την πολιτική, από αυτή την στρατηγική αν θέλετε, ουσιαστικά, για να υπεκφύγουν από το μεγάλο πρόβλημα που ταλανίζει την χώρα μας, το γεγονός ότι έχει έναν γείτονα ο οποίος θέτει συνεχώς και με διάφορους τρόπους ζήτημα, προσβάλλει λεκτικά αλλά και με πράξεις την εθνική ασφάλεια.

            Παρ΄ότι ο απολογισμός θα πρέπει να είχε γίνει, παρ΄ότι πριν από τον απολογισμό θα έπρεπε να έχει γίνει αυτό που κάνει ο κάθε νοικοκύρης που θα έπρεπε να λάβει μια απόφαση δηλαδή να μετρήσει τα συν και τα πλην, αυτή η πολιτική ακριβώς επειδή δημιούργησε μία ψυχολογική ανακούφιση, επειδή στην πραγματικότητα μεταθέσαμε το πρόβλημά μας, (λίγο στρουθοκαμηλισμό μου θυμίζει), δεν έγινε προσέγγιση με ορθολογικούς όρους. Υπήρχε ισχυρή δόση μιας ψυχολογικής τάσης η οποία πηγάζει από το φοβικό σύνδρομο που έχει ριζώσει για τα καλά στις ελληνικές ελίτ. Κλείνω αυτή την παρένθεση για να πω ότι ακόμα και οι ένθερμοι υποστηρικτές αυτής της άποψης, θα το έχετε διαπιστώσει από την αρθογραφία, από την ειδησεογραφία και από τις δηλώσεις που ακούτε στα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις, δεν αναφέρονται συχνά με τον αυτό τρόπο που αναφερόντουσαν σε αυτό το ζήτημα σε παλαιότερα χρόνια. Αντ΄αυτού έχουμε μια πολιτική διαλόγου με την Τουρκία, οι περιβόητες διερευνητικές επαφές, σε επίπεδο των ανώτατων υπηρεσιακών παραγόντων, και οι επαφές σε υψηλό πολιτικό επίπεδο σε επίπεδο πρωθυπουργών και σε επίπεδο υπουργών εξωτερικών, οι οποίες μάλιστα πρέπει να πούμε ότι κινούνται σε ένα πέπλο μυστηρίου το οποίο θα το χαρακτήριζα υπερβολικό. Προφανώς η διπλωματία δεν γίνεται με όρους διαφάνειας αλλά όλα τα πράγματα έχουν και τα όριά τους.

Είναι σημαντικό να πούμε ότι οι διερευνητικές επαφές που έχουν αρχίσει να γίνονται από την αρχή της 10ετίας του 2000, μετράνε πολλά χρόνια, θα έπρεπε να έχουμε κάποιες πληροφορίες για το τι συζητούνται εκεί. Εννοώ κάποιες βασικές πληροφορίες για το αντικείμενο των διαπραγματεύσεων. Εμείς, ως δημοσιογράφοι, έχουμε κάποιες πληροφορίες οι οποίες έρχονται όμως με ανεπίσημο τρόπο. Αυτό ας το βάλουμε στην άκρη και ας προσθέσουμε την μυστικότητα η οποία υπάρχει σε ένα επίπεδο πολιτικό, πρωθυπουργών και υπουργών εξωτερικών. Απ΄ότι γνωρίζω δεν τηρούνται πρακτικά, πράγμα που νομίζω δεν είναι σώφρον.

 Έρχομαι τώρα στην ουσία. Η Ελλάδα βρίσκεται, όπως όλοι γνωρίζουμε, σε μια πολύ δύσκολη φάση, μέχρι και στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Ελπίζουμε, για την ακρίβεια, σε μια ελεγχόμενη χρεοκοπία. Αντίθετα  η Τουρκία  διανύει μια περίοδο και οικονομικής ακμής και αύξησης του διεθνούς ρόλου της, με υπερβολικές φιλοδοξίες, όπως πολύ σωστά αναλύθηκαν πριν. Βέβαια, καμιά φορά, όποιος ανοίγει περισσότερο τα πόδια του χάνει και την ισορροπία, δεν είμαστε όμως ακόμη σε αυτό το σημείο. Άρα και μόνο με αυτή τη διαπίστωση πηγάζει η ανάγκη για μια εξαιρετικά προσεκτική πολιτική απέναντι σε ένα γείτονα ο οποίος, όπως υπογραμμίστηκε και πριν, δεν έχει κάνει ούτε ένα βήμα πίσω σ΄όλη την γκάμα των μονομερών τακτικών διεκδικήσεών του. Άλλαξαν οι μορφές σε πολλά πράγματα. Η Κεμαλική θετικότητα, η άσκηση στρατιωτικής πίεσης, μπορεί σε ορισμένα πράγματα να έχει υποχωρήσει, γιατί η νέο-οθωμανική στρατηγική δεν είναι «λαβώνω τον αντίπαλο για να του αποσπάσω κάτι».

Η νέο-οθωμανική στρατηγική των Ερντογάν-Νταβούτογλου είναι άλλη, χρησιμοποιεί την ήπια ισχύ, ενδιαφέρεται να δορυφοριοποιήσει τον άλλον, τον νέο-οθωμανικό χώρο. Λέω λοιπόν ότι η Ελλάδα οφείλει να είναι εξαιρετικά προσεκτική. Ειδικά αυτή την περίοδο. Γενικότερα πρέπει αλλά ειδικά αυτή την περίοδο. Όμως η ζωή εξελίσσεται με έναν τρόπο που μας αγνοεί. Και αυτό συμβαίνει και στην περίπτωσή μας. Μπαίνουν δηλαδή ορισμένα ζητήματα ανεξάρτητα από την βούλησή μας. Όπως ξέρετε υπάρχει το casus belli το οποίο είναι μία προσπάθεια της Τουρκίας να αποτρέψει την Ελλάδα από το να ασκήσει το νόμιμο δικαίωμα που της δίδει το δίκαιο της θάλασσας να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ν.μ. Αυτό έχει σημασία γιατί αυτό το θέμα συνδέεται με το θέμα που συζητείται επισήμως. Δηλαδή την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδος. Εάν δεν λύσεις το θέμα των χωρικών υδάτων πριν και φθάσεις σε μια συμφωνία οριοθέτησης από το Διεθνές Δικαστήριο, στην πραγματικότητα θα έχει απωλέσει το δικαίωμα να το πράξεις. Άρα αυτή είναι η ομολογία μέχρι στιγμής, άρα αυτό το θέμα προηγείται. Και πράγματι απασχολεί και τις διερευνητικές επαφές.

Θέλω να ανοίξω μία παρένθεση σε αυτό το σημείο, δηλαδή για τα χωρικά ύδατα. Αυτή τη στιγμή συζητείται μία λύση διαφοροποιημένου εύρους. Δηλαδή, ουσιαστικά έχουμε, ατύπως, παραιτηθεί από το δικαίωμα να επεκτείνουμε παντού, όπου υπάρχει ελληνική επικράτεια, τα χωρικά ύδατα στα 12 ν.μ. Και συζητάμε μια λύση η οποία είναι ότι σε περιοχές που είναι μακριά από την Τουρκία όπως είναι το Ιόνιο, το Λιβυκό Πέλαγος και νότια της Πελοποννήσου θα γίνει επέκταση στα 12 ν.μ. Σε περιοχές οι οποίες είναι σε μία μέση απόσταση, στο δυτικό Αιγαίο θα κάνουμε μία επέκταση μερική, δηλαδή στα 8-9 ν.μ. και στις περιοχές που γειτνιάζουν με την Τουρκία θα αφήσουμε τα 6 ν.μ. και θα κάνουμε μια αντίστοιχη προσαρμογή του εθνικού εναέριου χώρου (από τα 10 στα 6 ν.μ.). Αυτό είναι ένα πλαίσιο συζήτησης που υπάρχει πριν από το 2004 και συνεχίζει. Εγώ δεν θα κάνω αυτή τη στιγμή μία κριτική της έκπτωσης που ήδη έχει συντελεστεί κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων έστω και αν δεν έχει γίνει επίσημα καθ΄ότι οι διαπραγματεύσεις όσο άτυπες και αν είναι όμως ξέρετε ότι αφήνουν πάντα ένα κεκτημένο. Εγώ θα πω ότι για κάποιους λόγους η κυβέρνηση, σωστά, το λέω για την οικονομία της συζήτησης, έκανε αυτή την υποχώρηση.

Αναρωτιέμαι το εξής : Γιατί δεν προχωράει στην επέκταση των χωρικών υδάτων στις περιοχές οι οποίες είναι μακριά από την Τουρκία ή σε απόσταση όχι άμεση, δηλαδή σε όλες τις περιοχές εκτός από το ανατολικό Αιγαίο; Γιατί αυτό θα πρέπει να μπει στη διαπραγμάτευση; Παλιά λέγαμε, α, δεν μπορούμε να κάνουμε επέκταση, παράδειγμα,στο Λιβυκό ή στο Ιόνιο ή έξω από το Λεωνίδιο, διότι θα είναι σαν να παραδεχόμαστε ότι δεν κάνουμε την επέκταση διότι φοβόμαστε την τουρκική απειλή. Συγγνώμη, αλλά «ο κόσμος τ΄όχει τούμπανο και ΄μεις κρυφό καμάρι». Αυτό έχει συμβεί και αυτό φαίνεται και από το είδος της διαπραγμάτευσης που γίνεται. Κατά συνέπεια θεωρώ παράλογο να μη γίνει μια τέτοια κίνηση για την οποία η Τουρκία δεν μπορεί να εγείρει κανένα πρόβλημα που να στέκεται λογικά, διότι τώρα εγείρει διάφορα θέματα σε σχέση με τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου τα οποία βεβαίως οι αιτιάσεις της μπορούν να πορευθούν αλλά δεν έχει σημασία, εγείρει γι΄ αυτές, δεν έχει εγείρει για τις άλλες περιοχές, και να σας πω και κάτι, θα φθάσουμε στο σημείο να θεωρήσουμε ως πολύ σημαντικό, καθότι μπαίνει στο πακέτο της διαπραγμάτευσης, το γεγονός ότι θα καταφέρουμε να επεκτείνουμε τα χωρικά ύδατα στο Λιβυκό ή στο Ιόνιο. Ενώ αυτό θα έπρεπε να έχει γίνει και η διαπραγμάτευση να αφορά το ανατολικό Αιγαίο. Και είναι σίγουρο ότι εκεί θα μπορούσαμε να πάρουμε και κάτι περισσότερο ή να διεκδικήσουμε στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων. Ένα το κρατούμενο. Δεύτερο κρατούμενο : Έχετε ακούσει για τις γκρίζες ζώνες. Επισήμως μπήκαν το 1996 με την κρίση στα Ίμια. Είχαμε ενδείξεις από πριν οι οποίες πέρασαν χωρίς να προσεχθούν όσο έπρεπε από την ελληνική πλευρά. Είχαμε κάποιες δηλώσεις δηλαδή ήδη από το 1996 και πριν ακόμη, από το 1993. Δηλώσεις που φαινόντουσαν ξεκάρφωτες αλλά τελικά απεδείχθη ότι εντάσσονταν σε ένα στρατηγικό σχέδιο της Τουρκίας. Ωραία. Υπάρχει αυτό που υπάρχει, ξέρουμε, αμφισβητούν έναν απροσδιόριστο αριθμό βραχονησίδων, όχι μόνο βραχονησίδων αλλά και κατοικημένων νησίδων, δεν αναφέρονται ρητά στις Συνθήκες.

Πολλοί ισχυρίζονται, πολλοί από αυτούς που έχουν την τάση να υποβαθμίζουν την τουρκική επεκτατική πίεση, έχουν την τάση να λένε ότι το θέμα γκρίζες ζώνες το έχουν ρίξει στο τραπέζι σαν ένα διαπραγματευτικό  όπλο. Αν καταφέρουμε και φτάσουμε σε μια συμφωνία αυτό θα το τραβήξουμε. Δεν είναι πραγματική, δηλαδή, επεκτατική διεκδίκηση. Καλών προθέσεων άνθρωπος εγώ, να πω ότι αξίζει να το δούμε. Δεν θα έπρεπε σήμερα που συζητάμε, στο πλαίσιο των διερευνητικών επαφών και το θέμα των χωρικών υδάτων και το θέμα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας, για ΑΟΖ θα μιλήσουμε μετά, να έχει μπει στο τραπέζι και αυτό; Κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε να έχει μπει ως προκαταρκτικός όρος. Συζητάμε υπό την προϋπόθεση ότι η Τουρκία εγκαταλείπει αυτή την επεκτατική της διεκδίκηση. Δεν το κάνει; Δεν θα έπρεπε να πούμε ότι εάν και εφόσον καταλήξουμε στις διερευνητικές επαφές, σε μια συμφωνία, είτε να πάμε στην Χάγη ή όχι, επειδή θα προηγηθεί η συμφωνία για τα χωρικά ύδατα θα έπρεπε η Τουρκία να παραιτηθεί; Γι΄αυτό δεν χρειάζεται να κάνει αυτοκριτική, μπορεί να δημοσιευθούν αμοιβαία χάρτες για τα χωρικά ύδατα που να λύσουν το πρόβλημα των γκρίζων ζωνών.

Γιατί ξέρετε τι μπορεί να συμβεί; Ακόμα και αν συμφωνήσεις, την επομένη μπορεί κάλλιστα η Τουρκία να επανέλθει με τον τρόπο που το έχει ξανακάνει. Αυτή τη στιγμή έχει βάλει το θέμα στο ράφι, αλλά από το ράφι κατεβαίνουν τα θέματα όπως ξέρετε, με την ίδια ευκολία που μπαίνουν. Είναι λοιπόν δυνατόν να πουν ότι οι γκρίζες ζώνες είναι τουρκικές, όπως π.χ. το Φαρμακονήσι και ελάτε να τα μοιράσουμε. Δεν θα έπρεπε λοιπόν αυτό το ζήτημα να έχει τεθεί ως όρος από την ελληνική πλευρά ; Δεν μπήκε προκαταρκτικά ή  τουλάχιστον στη συνέχεια. Σας βεβαιώνω ότι δεν έχει μπει. Βολεύει, τώρα, την Τουρκία, βολεύει και την Ελλάδα, έτσι πιστεύουν στο Υπουργείο Εξωτερικών και στην Κυβέρνηση. Το θεωρώ ακατανόητο να συζητάμε για πράγματα χωρίς να έχει ξεκαθαριστεί ότι αυτό θα φύγει από τη μέση, στις διμερείς σχέσεις. Δεν μπορούσα να το πιστέψω όταν  το βρήκα μπροστά μου. Είναι ένας τρόπος να ξαναβάλουμε το πρόβλημα, που προσπαθούμε να βγάλουμε από την πόρτα,  να ξαναμπεί από το παράθυρο.

Έρχομαι τώρα σε ένα ζήτημα το οποίο με έχει απασχολήσει πολύ. Είναι το ζήτημα της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης. Και έχει δημιουργηθεί εκεί μια αντιπαλότητα η οποία, όπως συνήθως συμβαίνει στη δημόσια συζήτηση, πολώνεται με ένα τρόπο που κρύβει την ουσία. Προφανώς. Η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, μάλλον πριν πω αυτό, να δώσω έναν ορισμό σύντομο για να σας βοηθήσω να καταλάβετε.

Η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη είναι μια έννοια νομική και οικονομική. Επισημοποιήθηκε με τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας η οποία το ΄94 έγινε και Διεθνές Δίκαιο όταν συμπληρώθηκε ο αναγκαίος αριθμός κυρώσεων από χώρες μέλη του ΟΗΕ.  Σήμερα έχουν, όπως ειπώθηκε, σχεδόν όλες οι παράκτιες χώρες, κηρύξει Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη.

Τι είναι Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη : Η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη είναι το δικαίωμα μιας παράκτιας χώρας να εκμεταλλευτεί κατ΄αποκλειστικότητα το υπέδαφος του βυθού, τον βυθό (φύκια ή, δεν ξέρω τι άλλο) για φαρμακευτικούς λόγους, τα νερά (αλιεία) και την επιφάνεια της θαλάσσης, τα κύματα ακόμα και νησιά μπορείς να φτιάξεις για να εκμεταλλευτείς την ενέργεια των κυμάτων κ.λ.π. Είναι ένα πακέτο που αρχίζει από τελείως πάτο και πάει μέχρι επάνω. Αυτός ο όρος, αυτή η έννοια έχει ένα πλεονέκτημα για την Ελλάδα. Δεν είναι καμιά πανάκεια, αλλά έχει ένα πλεονέκτημα. Όπως ειπώθηκε πριν από τον κ. Πρέσβη,  ιστορικά η Τουρκία αμφισβητεί το δικαίωμα της Ελλάδας, το δικαίωμα των ελληνικών νησιών, να έχουν συμμετοχή στη διαμόρφωση της υφαλοκρηπίδας, με το αμφιβόλου ισχύος γεωλογικό επιχείρημα ότι τα ελληνικά νησιά βρίσκονται, επικάθονται σε τουρκική υφαλοκρηπίδα. Τώρα, όλοι στο φλοιό της γης καθόμαστε, αλλά τέλος πάντων αυτά λέει, μεταξύ κάποιων άλλων, για την ιδιαιτερότητα του Αιγαίου κ.λ.π. Η υφαλοκρηπίδα είναι μία γεωλογική και νομική έννοια και χρησιμοποιεί ένα γεωλογικό επιχείρημα. Όσο παίζουμε στο γήπεδο της υφαλοκρηπίδας αυτό το επιχείρημα, όσο αυθαίρετο και αν είναι, έχει μια θέση.

Αν μεταφερθούμε στο γήπεδο της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, αυτός ο ισχυρισμός - επιχείρημα χάνει κάθε αξία. Δεν μας ενδιαφέρει που επικάθονται τα ελληνικά νησιά διότι το Δίκαιο της Θάλασσας λέει σαφώς ότι τα νησιά, τα κατοικημένα νησιά, αυτά που έχουν μια στοιχειώδη οικονομική δραστηριότητα, δηλαδή τα κατοικημένα νησιά, δικαιούνται να συμπεριλαμβάνονται στην οριοθέτηση της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης. Με το ένα ή τον άλλο τρόπο, μέση γραμμή, αναλογικότητα, δεν έχει σημασία πως, αλλά αυτό κρίνεται κατά περίπτωση. Αλλά ήδη το να φύγεις από το γήπεδο της υφαλοκρηπίδας και να πας στο γήπεδο της ΑΟΖ εξουδετερώνει το σημαντικότερο τουρκικό επιχείρημα ή τέλος πάντων ένα από τους ισχυρισμούς-επιχειρήματα πάνω στα οποία έχει αγκιστρωθεί η Τουρκία. Αυτός είναι ο λόγος που η Τουρκία δεν θέλει να ακούει για Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη. Η Τουρκία δεν θέλει δικαιολογημένα, η Ελλάδα γιατί δεν το κάνει; Η Ελλάδα δεν το έκανε γιατί απλούστατα φοβάται τις αντιδράσεις της Τουρκίας. Έχω ακούσει την πληροφορία ότι η Τουρκία είχε απειλήσει ότι θα διακόψει, θα φύγει από τις διερευνητικές επαφές. Δεν το έχω διασταυρώσει, δεν μπορώ να πω με σιγουριά. Αλλά αυτό δεν είναι λόγος για να μη το κάνει  η Ελλάδα.

Και να σας πω και κάτι; Η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη είναι μία έννοια, που σύμφωνα με το Κοινοτικό Δίκαιο, αναγνωρίζεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Κύπρος, η οποία είναι η μισή υπό κατοχή, τόλμησε και έκανε, θέσπισε, Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη. Οι Τούρκοι έβαλαν τις φωνές, απείλησαν, έστειλαν αεροπλάνα, φρεγάτες κ.λ.π. αλλά πέρασε, αναγνωρίστηκε απ΄όλους. Αλλά η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη είναι ένα θέμα το οποίο θα έπρεπε να έχει μπει στο τραπέζι. Για πρώτη φορά ψέλλισε τον όρο η ελληνική διπλωματία τον περασμένο Ιούνιο. Πριν προλάβει να τον ψελλίσει, μερικές ημέρες αργότερα, τον Ιούλιο, έβγαλε μια αναγγελία η Τουρκία ότι θα πραγματοποιήσει το Πίρι Ρέϊς έρευνες. Είναι η κλασσική μέθοδος της Τουρκίας να προκαλεί κρίση, από την 10ετία του ΄70. Αμφισβητώ εμπράκτως, αυτό που στην πραγματικότητα λέει, και συνέβη και τον Νοέμβριο του 2008, με το Νορβηγικό σκάφος, συνέβη και τώρα, τον Ιούλιο του 2010. Αλλά στην πραγματικότητα είμαστε υπό έναν άρρητο εκβιασμό. Αυτό είναι. Να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Αυτός ήταν ο λόγος που όταν η Λευκωσία είχε ζητήσει, όταν θέσπισε ΑΟΖ, να έλθει σε διαπραγμάτευση με την Αθήνα, για να οριοθετήσουν την μεταξύ τους Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη συμπεριλαμβάνοντας, δηλαδή αναγνωρίζοντας η Αθήνα και το Καστελόριζο. Η Αθήνα είπε μακριά, κάνετε ότι θέλετε, εμένα μη με αναμιγνύετε. Εγώ δεν λέω ότι η Τουρκία δεν θα αντιδράσει. Αν θέλετε και την προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι θα αντιδράσει. Μπορεί και να διακόψει τις διερευνητικές επαφές, μπορεί και να στείλει και ένα πλοίο να κάνει έρευνες στην ελληνική υφαλοκρηπίδα Αποκλειστική Ζώνη.

Πιστεύω απλώς ότι είναι λόγος να μην το κάνεις. Θα θυμάστε ίσως, παλαιότερα, ότι κατηγορείτο η Ελλάδα ότι αρνιόταν τον διάλογο. Η τάση στις διεθνείς σχέσεις είναι : συζητείστε, καθίστε στο τραπέζι, μιλήστε, διαπραγματευτείτε, βρέστε τα. Αλλά όποιος φεύγει έχει ένα μειονέκτημα στο πεδίο των εντυπώσεων. Αλλά η αποχώρηση δεν είναι ένας τρόπος που θα ΄λεγα μπορεί να αποδώσει στην τουρκική διπλωματία. Το δεύτερο, που πρέπει να λάβουμε πολύ σοβαρά υπόψη, είναι ότι έχουμε μια κυβέρνηση στην Τουρκία η οποία μπορεί να συμμερίζεται όλες τις επεκτατικές λέξεις, αλλά έχει ένα μείζον ζήτημα εσωτερικού πολιτικού ανταγωνισμού με την Κεμαλική στρατογραφειοκρατία. Είναι ένας άτυπος εμφύλιος πόλεμος  σε εισαγωγικά, το είδαμε. Μπορεί ο Ερντογάν να έχει πάρει το πάνω χέρι αλλά ο αντίπαλός του, οι πασάδες, δεν έχουν ξεδοντιαστεί τελείως. Πολιτικά έχουν αποδυναμωθεί, παραμένουν εκεί όμως. Άρα, ο Ερντογάν έχει κάθε λόγο να μη θέλει μια στρατικοποίηση κρίσης με την Ελλάδα. Γιατί μια τέτοια εξέλιξη θα έδινε πλεονέκτημα στους εσωτερικούς αντιπάλους του. Στους αντιπάλους του για την μάχη της εξουσίας που βρίσκεται τα τελευταία χρόνια σε εξέλιξη στην Τουρκία, από το 2002. Και είδαμε πάρα πολύ καλά την υπόθεση «Εργκένεκον» και κυρίως από την υπόθεση «Βαριοπούλα» πως οι Στρατηγοί ήθελαν να χρησιμοποιήσουν μια κρίση, στρατιωτικού τύπου κρίση, με την Ελλάδα, τεχνητή, κατασκευασμένη, για να ανατρέψουν την κυβέρνηση Ερντογάν. Αυτό το ξέρουν οι νέο-οθωμανιστές της Άγκυρας και δεν έχουν κανένα λόγο να υπονομεύσουν τη δική τους θέση, να δώσουν πλεονέκτημα στον αντίπαλο. Άρα, η πρόταξη της πολιτικο-διπλωματικής διαδικασίας συμφέρει και αυτούς.

Όπως ξέρετε άλλωστε, η ανακήρυξη της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης γίνεται μονομερώς, με μία δήλωση της χώρας μέλος του ΟΗΕ. Δεν σημαίνει ότι οριοθετείται κιόλας. Στη συνέχεια έρχεσαι σε συμφωνία οριοθέτησης με τις τελικές χώρες. Προφανώς αυτό δεν θα είναι καθόλου εύκολο με την Τουρκία δεδομένων των θέσεών της. Και δεδομένου επίσης, του γεγονότος ότι πια δεν μιλάμε για κάποια κοιτάσματα πετρελαίου στο Αιγαίο, η ιστορία όπως μας έρχεται από την 10ετία του ΄70. Μιλάμε για πολύ πρόσφατες, σοβαρότατες ενδείξεις, ότι στην Ανατολική Μεσόγειο όπου υπάρχουν πολύ σημαντικά κοιτάσματα υδρογονανθράκων, πετρελαίου και κυρίως φυσικού αερίου. Βεβαίως μέχρι να βρεθούν θα έχουμε ενδείξεις, μέχρι να γίνουν οι γεωτρήσεις εννοώ και να βρεθούν. Όμως όλοι οι ειδικοί συμφωνούν ότι οι αρχικές ενδείξεις έχουν γίνει πολύ πιο ισχυρές από το γεγονός ότι αυτά που έδειχναν οι δορυφόροι επιβεβαιώθηκαν και στην Αίγυπτο, δηλαδή στην ΑΟΖ της Αιγύπτου και στην ΑΟΖ του Ισραήλ. Άρα φαίνεται ότι υπάρχει πολύ σημαντικό ποσοστό αυτά που υποπτευόμαστε, αυτά που υποπτεύονται οι ειδικοί ότι έχουν βάση. Δηλαδή ότι στη νότια Κρήτη έχουμε εκτεταμένα κοιτάσματα όπως και στην περιοχή μεταξύ Κρήτης και Κύπρου, νοτίως του Καστελόριζου. Αφήνω το Ιόνιο γιατί είναι μια άλλη υπόθεση. Εγώ πιστεύω ότι, όπως σας έλεγα και πριν, η Ελλάδα έχει κάθε συμφέρον και να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στις περιοχές εκτός του ανατολικού Αιγαίου, να συνεχίσει την διαπραγμάτευση για εκείνη την περιοχή, να κηρύξει ΑΟΖ, να έλθει σε συμφωνία με όποιες χώρες.

Η Τουρκία ξέρετε τι κάνει; Καταστροφικό παιχνίδι σε αυτό το επίπεδο. Είχαμε ήδη συμφωνήσει με την Αλβανία, παρενέβει παρασκηνιακά και υπήρξε παρέμβαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αλβανίας και έτσι βρίσκεται στον αέρα αυτή η συμφωνία. Έχει παρέμβει και στην Αίγυπτο, δεν αιφνιδιάστηκε στην περίπτωσή μας ενώ με την περίπτωση της Κύπρου είχε αιφνιδιαστεί η τουρκική διπλωματία, ακόμη και στην Λιβύη έχει παρέμβει. Όμως εάν δεν θεσπίσεις δεν μπορείς ουσιαστικά να κάνεις σοβαρή διαπραγμάτευση δίνοντας και παίρνοντας ανάλογα με την περίπτωση. Τα λέω όλα αυτά όχι γιατί πιστεύω, όπως είπα και πριν, ότι η ΑΟΖ είναι ένα μαγικό πράγμα που θα μας λύσει τα προβλήματα. Τίποτα. Απλώς ενισχύει τη θέση μας και δεν καταλαβαίνω για ποιο λόγο αυτή η κίνηση να μη γίνει στο μέτρο που θα γίνει με τη δέουσα προσοχή και χωρίς να προβληματίζεται κανείς. Και θέλετε να σας πω και κάτι; Το γεγονός ότι θεσπίζεις ΑΟΖ, βάζεις εκ των πραγμάτων στο τραπέζι και την έννοια αυτή αλλά και το Δίκαιο της Θάλασσας. Τη σύμβαση δεν την έχει υπογράψει η Τουρκία. Είναι από τις ελάχιστες χώρες που δεν την έχει υπογράψει. Όμως μπαίνει στο τραπέζι, εκ των πραγμάτων. Γιατί είναι και Κοινοτικό Δίκαιο και άρα με σωστές κινήσεις θα μπορούσαμε να εμπλέξουμε και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Όλα αυτά που σας είπα αποκτούν μία σημασία το τελευταίο διάστημα η οποία δεν έχει να κάνει με εμάς αλλά μας αφορά και μας επηρεάζει πάρα πολύ. Μέχρι πριν από 2-3 χρόνια το Ισραήλ ήταν μια χώρα, πριν πω αυτό να πω ότι καταλαβαίνετε ότι το ζωτικό θέμα ασφαλείας για το Ισραήλ είναι ο χρόνος που οδηγεί στην Δύση, στην Ευρώπη. Το καταλαβαίνετε αυτό, είναι ένας ξένος σε μια γειτονιά. Πάντα συνδεόταν με την Ευρώπη και αυτό είναι το ύψιστο κριτήριο εθνικής ασφαλείας για το Ισραήλ. Πριν από μερικά χρόνια αυτό δεν ήταν καθόλου πρόβλημα. Είχε καταφέρει να έλθει σε συμφωνία με την Αίγυπτο, να έχει μια στρατηγική σχέση με την Τουρκία και βεβαίως να έχει σχετικά καλές σχέσεις με Κύπρο και Ελλάδα. Αυτή η άνεση των προηγούμενων χρόνων δεν υπάρχει πια. Οι νεο-οθωμανιστές του Ερντογάν, ακριβώς για να υλοποιήσουν το γεωπολιτικό τους όραμα ήλθαν σε σύγκρουση με το Ισραήλ για να δώσουν εξετάσεις στους απανταχού μουσουλμάνους Για να μπορέσει η Τουρκία να αναδειχθεί στα μάτια της μουσουλμανικής κοινής γνώμης ως η χώρα που έχει και τη δύναμη και την αποφασιστικότητα να υπερασπίσει συμβολικούς αγώνες όπως αυτός των Παλαιστινίων κ.λ.π. Το Ισραήλ δεν θα έμενε στην υποστήριξη της Τουρκίας προς τον Παλαιστινιακό αγώνα. Είναι κάτι που το έχει συνηθίσει και ουσιαστικά το ανέχεται. Αυτό όμως που φαίνεται ότι ξεχείλισε το ποτήρι ήταν η σχέση που διαμόρφωσε η Άγκυρα με την Τεχεράνη. Αυτό ράγισε το γυαλί. Γι΄αυτό και δεν μπορούμε να μιλάμε για κάτι το οποίο είναι πρόσκαιρο. Ήδη δηλαδή αποκτά στρατηγική υπόσταση αυτό το ρήγμα, το ρήγμα Τουρκίας-Ισραήλ. Αυτός είναι ο λόγος που το Ισραήλ στράφηκε προς τον ελληνισμό, προς την Κυπριακή Δημοκρατία και την Ελλάδα.

Και ήλθε τώρα η εξέγερση στην Αίγυπτο, με την απροσδιοριστία που υπάρχει πάντα σε τέτοιες εξελίξεις, να ενισχύσει αυτή την τάση του Ισραήλ. Με άλλα λόγια ο δρόμος προς τη Δύση, ο τόσο ζωτικός δρόμος προς τη Δύση, στένεψε πάρα πολύ. Μόνο στην Κυπριακή Δημοκρατία και στην Ελλάδα μπορεί να προσδοκά με τους όρους που προανέφερα το Ισραήλ. Γιατί διαπίστωσε για μια ακόμη φορά ότι οι συμμαχίες με μουσουλμανικές χώρες δεν έχουν πολιτισμικά στάδια. Μπορεί αλλάζοντας κυβερνήσεις ή με κάποια γεγονότα όπως μία εξέγερση να αλλάξουν, να ανατραπούν, να κλωνιστούν. Αντίθετα τόσο η Κυπριακή Δημοκρατία όσο και η Ελλάδα είναι χώρες που πολιτισμικά δεν έχουν αντιπαλότητα. Και το Ισραήλ είναι από τις ελάχιστες χώρες οι οποίες αντιλαμβάνονται και διαμορφώνουν εξωτερική πολιτική. Και οι τελευταίες εξελίξεις των τελευταίων 2-3 χρόνων ήλθαν να τους το υπογραμμίσουν αυτό. Γι΄αυτό και υπάρχει και μια πολύ ισχυρή τάση μέσα στο κατεστημένο εξωτερικής πολιτικής του Ισραήλ αλλά και στις Ηνωμένες Πολιτείες, που βλέπει πια την σημασία αυτού του διαδρόμου. Ισραήλ δεν σημαίνει Ισραήλ, όπως ξέρετε, σημαίνει Εβραϊκό λόμπυ, σημαίνει αμερικανική πολιτική εν μέρει, σημαίνει και Ευρωπαϊκή Ένωση. Μια Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία έχει και ένα πολύ σημαντικό πρόσθετο λόγο.  Και αυτός είναι οι ενδείξεις για την ύπαρξη σοβαρών κοιτασμάτων. Ξέρετε ότι η Ευρώπη είναι διψασμένη για ενέργεια. Αυτός είναι ο λόγος άλλωστε που προμηθεύεται από την Ρωσία.

Η Ουάσιγκτον σε όλους τους τόνους προσπάθησε να αποτρέψει αυτό που η ίδια ονόμαζε ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία, μία εξάρτηση που κατά τη γνώμη της θα οδηγούσε και σε πολιτικές εξαρτήσεις. Γι΄αυτό και προωθούσε εναλλακτικούς δρόμους από το Μπακού, από το Τσεϊχαν και διάφορα άλλα. Εδώ λοιπόν αρχίζει και φαίνεται ότι στην αυλή της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπάρχουν ενεργειακές πηγές. Δεν ξέρουμε πόσο μεγάλες αλλά τους φαίνεται ότι είναι σοβαρές. Ότι αξίζει τον κόπο να διερευνηθούν. Νομίζεται ότι τυχαία πήγε η κ. Μέρκελ και ξαφνικά μίλησε με τέτοιο τρόπο για το Κυπριακό; Με ένα τρόπο που δεν έχει προηγούμενο; Μετά θα πάει ο κ. Σαρκοζί. Ξαφνικά οι ευρωπαίοι βλέπουν με άλλο μάτι. Δεν είναι τίποτα σίγουρο. Όμως όπως οι επιχειρήσεις έτσι και τα κράτη δεν κινούνται πάνω στη σιγουριά μόνο αλλά κινούνται με βάσιμη προοπτική. Αυτό σημαίνει λοιπόν ότι αλλάζουν γενικότερα τα δεδομένα. Ίσως για πρώτη φορά και οι Αμερικανοί που φοβούνται  την ενεργειακή εξάρτηση από την Ρωσία και οι Ευρωπαίοι που έχουν ενεργειακές πηγές στην αυλή τους, τα συμφέροντά τους πια, και των δύο αυτών πυλώνων της Δύσης συγκλίνουν με τα Ελληνικά. Είναι ίσως η πρώτη φορά. Μένει να αποδειχθεί αλλά διαφαίνεται αυτό. Αυτό αλλάζει, ας το πούμε  έτσι, τον γεωπολιτικό χάρτη, τις δυναμικές που αναπτύσσονται.

 Άρα η Ελλάδα έχει πεδίο ελιγμών και κινήσεων. Πάντα με προσοχή, πάντα στο επίπεδο της πολιτικής και της διπλωματίας. Η Ελλάδα δεν έχει να φοβηθεί τίποτα στο επίπεδο του Διεθνούς Δικαίου. Μιλάνε πολλοί για την επήρεια  του Καστελορίζου. Η Τουρκία προσπαθεί να αποκόψει το Καστελόριζο από την αλυσίδα των ελληνικών νησιών. Να το αποκόψει στη διαπραγμάτευση. Και είναι πολύ λογικό αυτό. Και εγώ στη θέση της το ίδιο θα έκανα. Να το εμφανίσει σαν ένα απομονωμένο νησάκι και όχι ως τον  ακροτελεύτιο της αλυσίδας κρίκο, για να μειώσει κατά το δυνατόν την επήρειά του. Η ίδια λέει ότι δεν έχει καθόλου υφαλοκρηπίδα αλλά ακόμα και αν φτάναμε στη Χάγη, μόνο να μειώσει την επήρειά του (στη χειρότερη περίπτωση) θα κατόρθωνε. Τώρα δεν έχει συμφέρον να εμφανίσει όλη την αλυσίδα των ελληνικών νησιών από τον Έβρο μέχρι το Καστελόριζο ως ένα ενιαίο σύνολο και να διαπραγματευθεί. Όπως επίσης δεν έχει να φοβηθεί ακόμα και μια απόφαση. Μπορεί να μην αναγνωρίζει το Διεθνές Δικαστήριο, αν φθάναμε ποτέ εκεί, πλήρη επήρεια στο Καστελόριζο. Η Ελλάδα θα σεβαστεί την απόφαση έτσι κι΄αλλιώς.

Η Τουρκία προτάσσει έναν τρόπο επίλυσης διαφορών που δεν ακολουθούν μόνον αυθαίρετα ανεπτυγμένες χώρες αλλά και χώρες του τρίτου κόσμου. Άρα, έχεις ένα σοβαρό προηγούμενο να θέλεις να οδηγήσεις την όποια διαφορά με την Τουρκία σε αυτό το κανάλι. Είναι η ίδια απάντηση που πρέπει να δώσεις και όταν εγείρεται θέμα γκρίζων ζωνών. Εάν, γιατί έχουν ακουστεί και στο παρελθόν και από επίσημα χείλη, θα πάμε εμείς στο Διεθνές Δικαστήριο; Εμείς να πάμε για να βάλουμε υπό αίρεση του Διεθνούς Δικαστηρίου εάν το άλφα νησί ή το βήτα είναι ελληνικό; Όχι. Εάν νομίζει η Τουρκία ότι αδικείται, ας αναγνωρίσει τη δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου, ας την αναγνωρίσει γιατί δεν την έχει αναγνωρίσει, και εάν δεν την αναγνωρίζει γιατί έχει άλλους λόγους, ας προσφύγει και βεβαίως η Ελλάδα έχει αναγνωρίσει τη δικαιοδοσία του και θα αποδεχθεί την όποια ετυμηγορία του. Αυτά είναι πάρα πολύ, αν θέλετε, εξτρεμιστικά, που λέω. Τόσο εξτρεμιστικά που ονομάζονται «τουρκοφαγικά», «πολεμοκάπηλα» ή δεν ξέρω τι άλλο. Ίσως τα φιλειρηνικά είναι να προσφέρουμε χωρίς καν να μας ζητάνε. Σας ευχαριστώ.

Πηγή: www.elesme.gr