Τρίτη 14 Ιουνίου 2011

Ο Πλήθων-Γεμιστός και ο «τρίτος δρόμος» του ελληνισμού , Γ.Καραμπελιάς


Τα τελευταία 50 χρόνια της ετοιμοθάνατης βυζαντινής αυτοκρατορίας θα αποτελέσουν μια στιγμή σπάνιας πνευματικής έντασης. Άραγε οι Βυζαντινοί διανοούμενοι, βλέποντας το τέλος να έρχεται, έκαναν μια έσχατη απόπειρα να συμβάλουν στη σωτηρία της, ή μήπως προδιέγραφαν μια πιθανή ανάταση; Πάντως δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι αυτό το κύκνειο άσμα ακούστηκε στον Μυστρά και όχι πλέον στη γερασμένη βασιλεύουσα.

Γύρω από την εμβληματική νεο-πλατωνική «ελληνοκεντρική» φιγούρα του Πλήθωνα Γεμιστού θα συγκεντρωθούν για ένα διάστημα οι κυριότερες πνευματικές δυνάμεις του γένους. Σ’ αυτόν θα μαθητεύσουν ο Βησσαρίων, ο μετέπειτα καρδινάλιος και «δυτικός Πατριάρχης» Κωνσταντινουπόλεως, ο Γεώργιος Σχολάριος και o Γεώργιος Τραπεζούντιος[1], ο Μάρκος και ο Ιωάννης Ευγενικός, ακόμα και ο τραπεζούντιος αποστάτης Αμιρούτζης[2], όπως και ο «μεγάλος καιροσκόπος» Μιχαήλ Αποστόλης. Εδώ, στον Μυστρά, στην αρχαία Σπάρτη και Νέα Αθήνα του «αναγεννώμενου ελληνισμού», που την είχαν αποσπάσει οι Βυζαντινοί από τους Φράγκους, ο Πλήθωνας θα κηρύξει στους δυτικούς (όταν βρέθηκε στην Ιταλία με την ευκαιρία της Συνόδου της Φερράρας-Φλωρεντίας[3]), την επιστροφή στον Πλάτωνα, γράφοντας το Περί ων Αριστοτέλης προς Πλάτωνα διαφέρεται, και θα επιβεβαιώσει την επανεμφάνιση των Ελλήνων: «Έλληνες εσμέν το γένος ως ή τε πάτριος φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί».

Ο Πλήθων, «ο σημαντικότερος Έλληνας φιλόσοφος μετά τον Πλάτωνα», όπως τον χαρακτηρίζει ο Βησσαρίων[4], συνέχισε τη μεγάλη πλατωνική και νεο-πλατωνική παράδοση του Βυζαντίου, ως κληρονόμος του Ψευδο-Διονυσίου του Αρεοπαγίτου και κυρίως του Μιχαήλ Ψελλού (1018-1081)˙ παράδοση που είχαν συνεχίσει ο Θεόδωρος Μετοχίτης και ο Νικηφόρος Γρηγοράς (1295-1360) απορρίπτοντας τον αριστοτελισμό του δυτικού σχολαστικισμού και τη νοησιαρχία του Θωμά του Ακινάτη. Ο Πλήθων και, ίσως, πριν από αυτόν ο Μανουήλ Χρυσολωράς, θα εισαγάγουν στη Δύση τον πλατωνισμό και τον νεοπλατωνισμό. Θα ακολουθήσουν ο Βησσαρίων, ο Ιωάννης Αργυρόπουλος και άλλοι, ενώ το κίνημα θα κορυφωθεί με τη δημιουργία της Πλατωνικής Ακαδημίας από τον Μαρσίλιο Φιτσίνο (Marciglio Ficino) στη Φλωρεντία των Μεδίκων το 1459.

Στα μάτια του Πλήθωνα, η διαμάχη μεταξύ ορθοδόξων και καθολικών φαντάζει εντελώς αντιπαραγωγική, παρόλο που ο ίδιος θα συνταχθεί με τους ανθενωτικούς στη διάρκεια της διάσκεψης και μάλιστα, στα 1448, θα γράψει το έργο Περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος όπου απορρίπτει τις απόψεις των Λατίνων και υποστηρίζει την ορθοδοξία[5].
Στο μεγάλο του έργο όμως, Νόμων Ξυγγραφή, που αργότερα παραδόθηκε στην πυρά από τον Γεννάδιο, η σωτηρία για τους Έλληνες θα αναζητηθεί στην προσφυγή στον νεοπλατωνικό συγκρητισμό, τον Ιάμβλιχο και τον Πρόκλο, την αναβάθμιση της αρχαιοελληνικής θρησκείας και την εισαγωγή ανατολικών μυστικιστικών στοιχείων από τον ζωροαστρισμό. Στο έργο του πραγματοποιεί μια ευθεία επίθεση στον δυτικό σχολαστικισμό, που έχει ως εμπνευστή της τον Αβερρόη,[6] ο οποίος θεωρεί την ψυχή θνητή. Για τον Πλήθωνα, η απαγωγική αντίληψη του Πλάτωνος, από το όλον στο μέρος, είναι ορθή έναντι της επαγωγικής αντίληψης του Αριστοτέλη που καταλήγει σε μια λογική κατασκευή του συνόλου. Η απαγωγική αντίληψη του Πλάτωνα στηρίζεται στις ιδέες και εν τέλει εισάγει τη θεότητα που κινεί το ανώτερο μέρος της ψυχής. Αντίθετα, ο Αριστοτέλης, διακηρύσσοντας την αιωνιότητα του σύμπαντος (πιστός στις διαχρονικές αντιλήψεις της ελληνικής σκέψης για τον Κόσμο), στην πραγματικότητα είναι υλιστής. Ο Πλήθων, μέσα απόν Πλατωνισμό του, που τον συνδέει με τις Ανατολικές θρησκείες της αρχαιότητας, στην πραγματικότητα μέσα από τις έντονες νεοπλατωνικές επιδράσεις που δέχεται, οδηγείται σε έναν γενικευμένο θεϊσμό.

Ο Πλήθων δεν προσέγγισε τον Πλατωνισμό και τον Ζωροαστρισμό μέσα από μια αναζήτηση αμιγώς ή κυρίως φιλοσοφική. Οι φιλοσοφικές και θεολογικές του αναζητήσεις έχουν κίνητρα κατ’ εξοχήν πολιτικά. Ο ελληνισμός μπορούσε να ξεφύγει από το τέλος που προδιαγραφόταν αμείλικτο μόνο μέσα από μια γενικευμένη αναθεώρηση. Θεωρώντας την εκκλησία συνδεδεμένη με την παρακμή, οικονομική, κοινωνική και πολιτική, του ύστερου Βυζαντίου και τη λογοκρατούμενη και ντετερμινιστική αντίληψη του αριστοτελισμού ανίκανη να απαντήσει στη θανάσιμη αγωνία του βυζαντινού ελληνισμού, θα καταφύγει σε μια φαντασιώδη θρησκευτική σύλληψη, μια βουλησιαρχική και ιδεοκρατική φιλοσοφική επιλογή αλλά και σε μια ριζική πολιτικο-οικονομική επανάσταση. Τα φιλοσοφικά και θεολογικά του έργα είναι πολύ μεταγενέστερα των πολιτικο-κοινωνικών ενώ η αγάπη του για τον Πλάτωνα θα ξεκινήσει από το πολιτικό του έργο.
Με πρότυπο τις πλατωνικές αντιλήψεις για την ιδεώδη πολιτεία, θα προτείνει στον αυτοκράτορα Μανουήλ Παλαιολόγο μια ριζική κοινωνική ανασύνθεση των υπολειμμάτων της αυτοκρατορίας: η κοινωνία θα έπρεπε να χωριστεί σε τρεις τάξεις[7], τους διοικούντες, τους «άρχοντες», οι οποίοι όμως δεν θα κατέχουν καθόλου γη, τους αγρότες και τους κτηνοτρόφους που θα έπρεπε να είναι κύριοι της γης τους, «την γην άπασαν ώσπερ ίσως έχει κατά φύσιν κοινή, άπασι τοις ενοικούσιν είναι», και τους εμπόρους, χειροτέχνες, μικροπωλητές κ.λπ. Έπρεπε να αναμορφωθεί το φορολογικό σύστημα, να δημιουργηθεί εγχώρια βιομηχανία και, κατά συνέπεια, να επιβληθούν προστατευτικοί δασμοί. Τέλος, θα έπρεπε να δημιουργηθεί εγχώριος στρατός από πολίτες που απαλλάσσονται από τη φορολογία, ούτως ώστε να πάψει η χρήση μισθοφορικών στρατών.
Έτσι προσπαθούσε ο Γεμιστός να απαντήσει στις προκλήσεις της εποχής, που ανεδείκνυαν τον Μυστρά στο νέο κέντρο του ελληνισμού. Ωστόσο, αυτό το ευρύ μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα, το οποίο είχε ήδη υποβάλει ως υπόμνημα στον αυτοκράτορα Μανουήλ Παλαιολόγο τριάντα εφτά χρόνια πριν την Άλωση, το 1416, (Λόγος προς τον βασιλέα Εμανουήλον περί των εν Πελοποννήσω πραγμάτων), και το ανάλογο που θα υποβάλει το 1431 στον γιο του, τον δεσπότη του Μορέως, Θεόδωρο Παλαιολόγο, θα μείνει κυριολεκτικά στα χαρτιά, παρ’ όλο που ο Γεμιστός έχαιρε μεγάλης εκτίμησης στην αυτοκρατορική οικογένεια[8].

Ο Πλήθων θα προσπαθήσει να αντισταθεί τόσο στην παπική-φραγκική Δύση όσο και στην Ανατολή, που εκείνη την περίοδο εμφανίζεται με το τουρκικό σαρίκι, και να θεμελιώσει έναν ιδιαίτερο «ελληνικό» δρόμο. Γι’ αυτό και θα συνταχθεί με τους ανθενωτικούς στη διάσκεψη της Φερράρας-Φλωρεντίας: αρνούμενος τόσο την αποδοχή της Δυτικής πρωτοκαθεδρίας όσο και τον ησυχασμό ή την αποδοχή του τουρκικού σαρικίου. Στη διάσκεψη της Φερράρας-Φλωρεντίας, μαζί με τον… Μάρκο Ευγενικό, θα είναι εκείνοι που θα αντισταθούν στην ένωση των εκκλησιών, δηλαδή την υποταγή της ορθοδοξίας στον παπισμό. Αντίθετα, ο ίδιος ο Σχολάριος μάλλον θα ταλαντευθεί ως προς την αναγκαιότητα της ένωσης, για να την αποκηρύξει στη συνέχεια κάτω από την επίδραση του Μάρκου Ευγενικού. Οι μαθητές του Πλήθωνα θα σκορπιστούν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Οι «ενωτικοί» Χρυσολωράς, Γεώργιος Τραπεζούντιος και Βησσαρίων, που θα μείνουν πιστοί, εν μέρει, στις πλατωνικές αντιλήψεις του δασκάλου αλλά όχι και στο ανθενωτικό του πνεύμα, σύντομα θα επιστρέψουν στην Ιταλία. Ο Γεώργιος Σχολάριος θα κάψει τα βιβλία του Πλήθωνα ως αιρετικά, όταν γίνει ο πρώτος Πατριάρχης μετά την Άλωση, παρόλο που ο Πλήθων ήταν αντίπαλος της ένωσης των εκκλησιών. Όσο τέλος για τις οικονομικο-κοινωνικές του απόψεις, δεν βρήκε προφανώς καμία ιδιαίτερη απήχηση στην πελοποννησιακή ή και την κωνσταντινουπολίτικη κοινωνία της εποχής του.

Το αδιέξοδο της απόπειρας του Πλήθωνα, εκτός από το πολιτικό και το οικονομικό πεδίο, θα εκφραστεί σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια με τις απόψεις του για την επιστροφή στον παγανισμό, που θα ενισχυθούν στο τέλος της ζωής του, όταν πλέον δεν βλέπει καμία άμεση πολιτική διέξοδο. Σε ένα πνευματικό περιβάλλον και μια εποχή εντελώς απρόσφορη για παρόμοια εγχειρήματα, μια τέτοια επιστροφή εικονογραφεί ίσως με τα εντονότερα χρώματα το αδιέξοδο του ελληνισμού συνολικά και ιδιαίτερα ενός αυτόνομου ελληνοκεντρικού δρόμου.

 Η αναγέννηση, την οποία οραματιζόταν ο Πλήθων, δεν στηριζόταν ούτε στην ορθοδοξία, ή έστω σε κάποια εκδοχή μεταρρύθμισής της, ούτε στη Δύση, γι’ αυτό και παρέμενε ανθενωτικός, αλλά ήθελε να στηριχτεί στην αρχαία δόξα των Ελλήνων και στην αρχαία θρησκεία. Το εγχείρημα του Γεμιστού παρέμενε έτσι εντελώς ανεδαφικό γιατί κανείς (ή σχεδόν κανείς, εκτός από τον Μιχαήλ Αποστόλη) στην εποχή του δεν ήταν διατεθειμένος να δεχθεί μια ιδεολογική μεταρρύθμιση στραμμένη σε ένα απώτερο παρελθόν χωρίς καμία συνάφεια με το παρόν. Οι ζωντανές δυνάμεις του ελληνισμού ήταν εξαιρετικά ασθενείς για να αποπειραθούν κάποια βιώσιμη μεταρρύθμιση και αναγέννηση. Οι δύο «λεωφόροι» που έμεναν ανοικτοί για τον θνήσκοντα βυζαντινό ελληνισμό ήταν εκείνοι των δύο μαθητών του, του καρδινάλιου και καθολικού «Πατριάρχη» Κωνσταντινουπόλεως Βησσαρίωνα και του ορθόδοξου πατριάρχη Σχολάριου. Το κακοτράχαλο «μονοπάτι» του Πλήθωνα χάθηκε μέσα στα γυρίσματα της ιστορίας, όπως και εκείνο του πρώην αυθέντου του Μυστρά Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Παρέμεινε όμως ένα δυνητικό άνοιγμα που μας καλεί αδιάκοπα να επιχειρήσουμε την εκχέρσωσή του.

Η συνεχιζόμενη παρακμή του όψιμου βυζαντινού ελληνισμού σταδιακά θα περιορίσει τη φιλοσοφική και θεολογική συζήτηση σχεδόν αποκλειστικά στο έδαφος της «επιλογής» κυριάρχου. Η ησυχαστική έρις θα περάσει σε δεύτερο πλάνο. Το φλέγον ερώτημα είχε μετατεθεί: θα έπρεπε οι Έλληνες να δεχτούν την προσχώρησή τους στον καθολικισμό, με αντάλλαγμα μια πιθανή δυτική βοήθεια για να αντισταθούν στους Οθωμανούς, οι οποίοι είχαν ήδη καταλάβει την Αδριανούπολη (1361) και την ανατολική Θράκη και είχαν περικυκλώσει την ερημούμενη και κατερειπούμενη βασιλεύουσα; Ή θα έπρεπε, με τίμημα έστω την απώλεια της πολιτικής και εθνικής ανεξαρτησίας έναντι των Τούρκων, να επιμείνουν στη θρησκευτική και πνευματική τους αυτοτέλεια; Το δίλημμα υπήρξε κυριολεκτικά τραγικό και η «τρίτη πρόταση», την οποία δοκίμασε να διατυπώσει ο Πλήθων-Γεμιστός, μιας ελληνικής και ελληνοκεντρικής Αναγέννησης, ουτοπία.
Στην περίοδο που προηγείται ή ακολουθεί την Άλωση, η πλειοψηφία των Ελλήνων λογίων θα στραφεί προς τη Δύση ενώ, αντίστροφα και συμμετρικά, ο λαός, στη συντριπτική του πλειοψηφία, έστω και σκλαβωμένος, θα καλλιεργήσει την ιδιοπροσωπία του συσπειρωμένος γύρω από την Εκκλησία η οποία θα υποκαταστήσει εν μέρει και τη χαμένη πολιτική εξουσία του υστεροβυζαντινού ελληνισμού.
 


[1] Βλ. Β.Ν Τατάκης, Η βυζαντινή Φιλοσοφία, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Σχολή Μωραΐτη, Αθήνα 1977, σελ. 261-284.
[2] Ο Αμιρούτζης, αυτός που μετέπειτα συνέτρωγε με τον Μωάμεθ, έγραφε ερωτικά ποιήματα προς τέρψιν του και έκανε τον γιο του μουσουλμάνο.
[3] Η Σύνοδος αυτή, η οποία διήρκεσε περίπου δύο χρόνια (1438-39), είχε ως αντικείμενο την άρση των δογματικών διαφωνιών ανατολικής και δυτικής χριστιανοσύνης και την επανένωση των εκκλησιών. Επρόκειτο για την ύστατη απόπειρα των Παλαιολόγων να εξασφαλίσουν την υποστήριξη του Πάπα και των δυτικών έναντι του τουρκικού κινδύνου. Στην ελληνική αντιπροσωπεία, υπό τον αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγο, συμμετείχαν οι διαπρεπέστεροι θεολόγοι και λόγιοι του Βυζαντίου˙ ανάμεσά τους ο Πλήθων, ο Μάρκος Ευγενικός, ο Βησσαρίων, ο Γεώργιος Σχολάριος. Επρόκειτο για μία ιστορική συνάντηση όχι μόνο εξ αιτίας του περιεχομένου των συζητήσεων της Συνόδου, αλλά και γιατί δόθηκε, για πρώτη φορά σε τέτοια έκταση, η δυνατότητα συνάντησης των Ανατολικών με τους Δυτικούς λογίους. Στο «περιθώριο» της Συνόδου, ο Πλήθων θα καταπλήξει τους Δυτικούς με τις διαλέξεις του.
[4] «Ού μετά Πλάτωνα, (εξηρήσθω δε λόγου ο Αριστοτέλης) σοφώτερον ου έφυσεν η Ελλάς». Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Γεννήθηκα στο χίλια τετρακόσια δύο, τόμ. Ι, σελ 409, Εστία , Αθήνα 1996 (1η έκδοση 1957).
[5] Β.Ν Τατάκης, Η βυζαντινή Φιλοσοφία, ό.π.
[6] Β.Ν.Τατάκης, σ. 271, Πλήθωνος Νόμων Ξυγγραφή, εκδ. C. Alexandre, Παρίσι 1858, (ανατυπ. 1966), σ. 281.
[7] Βλέπε Σάββα Σπέντζα, Αι δημοσιονομικαί απόψεις του Πλήθωνος, Αθήνα 1964.
[8] Βλέπε Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Ιστορία του Ευρωπαϊκού πνεύματος, Εκδόσεις Γιαλλελής, Αθήνα 1976, τόμος 2, κεφ. 27, σελ, 27-59, καθώς και το Γεννήθηκα στο Χίλια τετρακόσια δύο, ό. π., τ. Ι , σελ. 202-208 και 402-470. Βλέπε επίσης Δημοσθένης Δανιηλίδης, Η νεοελληνική οικονομία και κοινωνία, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1985, σελ. 78-103, Β.Ν. Τατάκης, ό. π., σελ. 263-264.

Η ηρωική αντίληψη της ζωής - του Ιωάννου Συκουτρή

Στο βιβλίο «ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ» του Ι. Συκουτρή, περι­έχονται τρία κεφάλαια βασισμένα σε αντίστοιχα μαθήματά του προς την Ελευθέρα Σχολή Κοινωνικής Προνοίας. «ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ», «ΠΕΡΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ», «ΤΥΠΟΙ ΑΝΤΙΛΗΨΕΩΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ». Στους «ΤΥΠΟΥΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΩΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ» ο Συκουτρής αναφέρεται σε έξι περιπτώσεις αντιλήψεως της ζωής, οι οποίες αντιστοιχούν σε έξι ιδεατούς ανθρωπίνους τύπους. Έτσι, αφού περιγράψει την θρησκευτική, την μηδενιστική, την ευδαιμονιστική, την ανθρωπιστική αντίληψη της ζωής και την αντίληψη του αντικειμενικού έργου, θα καταλήξει αναφερόμενος στην ηρωική αντίληψη της ζωής. Αυτό το τελευταίο, υπέροχο κείμενο παραθέτουμε εδώ.




Η ηρωική αντίληψις της Ζωής αναχωρεί από την αρχήν, ότι η Ζωή είν' ένας διαρκής αγών, μία αδιάκοπος, χωρίς τέρμα και χωρίς σταμάτημα, μάχη εναντίον της φύσεως, εναντίον των άλλων ανθρώπων, εναντίον του εαυτού μας. Επομένως και ο άνθρωπος, κάθε γενεάς, αποτελεί μίαν συνεχή μ ε τ ά β α σ ι ν προς κάτι άλλο, προς κάτι ανώτερον. Όχι προς ένα διαφορετικόν είδος οργανικού όντος (τον υπεράνθρωπον π.χ. του Nietzsche), αλλά προς το να γίνη φορεύς μιας ανωτέρας, δηλαδή εντονωτέρας και πλουσιωτέρας μορφής της Ζωής. Έτσι κάθε άνθρωπος αξιόλο­γος είν' ένας π ρ ό δ ρ ο μ ο ς, που αντλεί το νόημα της υπάρ­ξεώς του όχι από το παρελθόν ούτ' από το παρόν, αλλ' από το μέλλον και μόνον. Το παρελθόν ως παρελθόν το αγνοεί, προς το παρόν ευρίσκεται εις πόλεμον συνεχή. Όχι μόνον προς εκείνο το παρόν, το οποίον δεν είν' εις την ουσίαν του παρά επιβίωσις του παρελθόντος, ή μάλλον διατήρησις του σώματος αυτού οφειλομέν' εις την δειλίαν ή την νωθρότητα των συγχρόνων ανθ­ρώπων· ο ηρωικός άνθρωπος μάχεται και προς το γνήσιον πα­ρόν, το παρόν που ζη γύρω του και ζη μέσα του.

Και εδώ ακριβώς κείται η τ ρ α γ ι κ ό τ η ς του ηρωικού ανθρώπου. Ριζωμένος είναι βαθύτατα εις το παρελθόν, τού οποίου είναι το εκλεκτότερον κάρπισμα· μέσα του συμπυκνώνει εις μοναδικόν βαθμόν εντάσεως το παρόν - και όμως αρνείται το παρόν και το μάχετ' εν ονόματι του μέλλοντος, το οποίον ζη ο ίδιος προληπτικώς μόνον ως πραγματικότητα μέσα του. Και το μάχεται με τα όπλα και την ρώμην της ψυχής του, που είναι του παρόντος όπλα και ρώμη, το οποίον κατ' αυτόν τον τρόπον χρη­σιμοποιεί ταυτοχρόνως και καταπολεμεί. Έτσι τοποθετεί ο ίδιος τον εαυτόν του, εκλέγων ούτως ειπείν το επικινδυνότερον σημείον, μέσα εις την ορμήν και την οργήν παντοδαπών συγ­κρούσεων. Συγκρούσεων προς τούς συγχρόνους του, οι οποίοι τον μισούν, διότι μισούν το μέλλον εις το πρόσωπόν του. Συγ­κρούσεων προς τον ίδιον τον εαυτόν του, μιας πάλης μεταξύ της πραγματικότητάς του, που ανήκει εις το παρόν, και των δυ­νατοτήτων του, που ανήκουν εις το μέλλον, που ε ί ν α ι το μέλλον, που θα τας πολεμήση και πάλιν εν ονόματι άλλων δυνα­τοτήτων από την στιγμήν που θα γίνουν πραγματικότης.

Κατ' αυτόν τον τρόπον ζη τ α υ τ ο χ ρ ό ν ω ς ο ηρωικός άνθρωπος τον μεγαλύτερόν του πόνον και την μεγαλυτέραν του ελπίδα. Ζη την συντριβήν και τον πόνον του, αλλά ζη μαζί και την ηθικήν αναγκαιότητα του πόνου και του χαμού του. Κάτι περισσότερον: Ερωτεύεται την συντριβήν του, την χαίρετ' εκ των προτέρων, αντλεί την ιλαρωτέραν του ακριβώς παρηγορίαν από την συντριβήν του.
Αισθάνεται πως είναι διαλεγμένος από την Μοίραν ως αγωνιστής και ως μάρτυς - περισσότερον ως μάρτυς, αφού την επιτυχίαν δεν την μετρεί με αποτελέσματ' άμεσα, με αριθμούς και μεγέθη, δεν την μετρεί καν διόλου. Είναι το αλεξικέραυνον, που θα συγκεντρώση επάνω του (θα προσελκύση μάλλον εθε­λουσίως) όλας τας καταιγίδας και όλα τ' άστροπελέκια, διά να προστατευθούν τα κατοικητήρια των ειρηνικών ανθρώπων. Αλλά θα το κάνη όχι από πνεύμ' αλτρουισμού και εθελοθυσίας υπέρ των άλλων. Εις την ετοιμότητα του κινδύνου τον σύρει με ακαταμάχητον έλξιν η α ι σ θ η τ ι κ ή, θα έλεγα, γοητεία του κινδύνου, η συναίσθησις ότ' είναι π ρ ο ν ό μ ι ο ν των εκλε­κτών (όχι καθήκον ή πράξις φιλανθρωπίας) να συντρίβωνται υ π έ ρ των άλλων, υ π ό των άλλων - το πολυτιμότερον προνόμιον! Ο ηρωικός άνθρωπος δεν είναι το άνθος, δεν είν' ο καρπός - αυτά αντιπροσωπεύουν το παρόν και του παρόντος την ανεπιφύλακτον χαράν. Είναι ο σπόρος που θα ταφή και θα σαπίση, διά ν' αναφανή το άνθισμα και το κάρπισμα. Είν' εκείνος που θάπτεται διά να εορτασθή η α ν ά σ τ α σ ι ς, και ανάστασις χωρίς ταφήν δεν υπάρχει.


Αλλ' ο ηρωικός άνθρωπος δεν δείχνεται εις την συντριβήν του μόνον, ή και εις την ετοιμότητα έστω προς συντριβήν. Ειδεμή, η ηρωική αντίληψις θα ήτο ιδεώδες θανάτου μόνον, όχι μορφή ζωής - και τι ζωής! Ο ηρωικός άνθρωπος, και μόνος αυτός, ζη έ ν τ ο ν α και π λ ο ύ σ ι α ολόκληρον την ζωήν. Αλλά το να ζήση έντονα δεν σημαίνει δι' αυτόν ό,τι συνήθως νοούμεν με την έκφρασιν αυτήν: να δοκιμάζη άφθονα και δυνατά τας απολαύσεις και τας ηδονάς της Ζωής.
Δεν τας αγνοεί βέβαια τας απολαύσεις της Ζωής ο ηρωικός άνθρωπος αλλά τας δοκιμάζει τόσον, όσον χρειάζεται να τας ξεπεράση, τας γνωρίζει τόσον, ώστε να εννοή, ότι κατά βάθος παραλύουν μάλλον την δύναμιν του ανθρώπου, και ας τού χαρίζουν την ψευδαισθησίαν της εντατικότητος και της πλησμο­νής. Έπειτα, τας απολαύσεις αναζητεί εκείνος που ζητεί να πάρη από την Ζωήν, όχι εκείνος που έχει να της δώση - και σε πλουτίζει όχι το να παίρνης αλλά το να δ ί δ η ς.
Η έντονος αυτή ζωή είναι κατ' ανάγκην π ο λ υ μ ε ρ ή ς, τόσον πολυμερής, ώστε να την ευρίσκουν πολυπράγμονα όσοι μετρούν τον πλούτον των εκλεκτών φύσεων με την πενίαν της ιδικής των, όσους δεν αφήνει ο φθόνος ν' αναγνωρίσουν εις ένα σύγχρονόν των τον όλβον των αγαθών, που δεν έχουν εκεί­νοι. Ο ηρωικός άνθρωπος χαίρεται πολλάς μορφάς ζωής συγ­χρόνως, και τας χαίρεται όχι εξωτερικώς, σαν αισθητικόν θέαμα ή διά να ικανοποιήση την περιέργειάν του. Μ έ σ α τ ο υ ζη όλας αυτάς τας μορφάς της Ζωής, τας αφομοιώνει μέσα του, και τας αποδίδει με τον π ρ ο σ ω π ι κ ό ν του τρόπον. Η ψυχή του ομοιάζει μ' ένα έδαφος λιπαρόν και βαθύ, εις το οποίον κάθε σπόρος άνετα θ' ανθοβολήση και θα καρπίση.


 Έτσι μεταμορφώνεται, χωρίς να χάνη τον εαυτόν του. Ζη ταυτοχρόνως με πολλούς, όπως ο τραγικός ποιητής ο μεγαλοφυής, που ζη μέσ' απ' όλα του τα πρόσωπα, και όμως παραμένει ο ίδιος και ως ύπαρξις και ως διάνοια. Και δεν ζη μόνον πολλάς μορφάς Ζωής· συγκλονισμούς συγκλονίζεται πολλούς, συντριμμούς συντρίβεται πολλούς, μυρίους θανάτους αποθνήσκει.
Αλλ' η πολυμέρεια αυτή δεν σημαίνει και δ ι ά σ π α σ ι ν, απώλειαν έρματος ατομικού, διάχυσιν και θόλωμα του πυρήνας της προσωπικότητας - αυτό συμβαίν' εις τους πολλούς, όταν ποτέ θελήσουν να είναι πολυμερείς. Διά τον ηρωικόν άνθρωπον η πολυμέρεια δεν αίρει την συγκέντρωσιν· την καθιστά ισχυροτέραν, την α π ο δ ε ι κ ν ύ ε ι ισχυροτέραν. Δεν θα ήτον ηρωικός άνθρωπος, αν δεν ήτο μία δυνατή προσωπικότης, και δυνατή προσωπικότης σημαίνει ισχυρόν κεντρικόν εγώ, που να συγκρατή τας ψυχικάς περιπετείας και τα εξωτερικά περιστατικά, τα πετάγματα και τα ενδιαφέροντα εις μίαν σφικτο­δεμένην ενότητα όχι μόνον χρονικής διαδοχής, αλλά συνο­χής λογικής, αναγκαιότητος ηθικής.


Η πολυμέρεια του ηρωικού ανθρώπου παρέχει πολλάκις την εντύπωσιν α ν τ ι φ α τ ι κ ό τ η τ ο ς. Είναι τόσον πλουσία η προσωπικότης του, ώστε το καθένα της μέρος, η καθεμία της πλευρά, θα ημπορούσε ν' αποτελή (και αποτελεί διά τους πολλούς) έναν αυτόνομον κόσμον, διαφορετικόν από τον κόσμον που θα ημπορούσε ν' αποδώση μία άλλη πλευρά του. Είναι λοι­πόν ν' άπορής πώς οι πολλοί τας ευρίσκουν ασυμβιβάστους; Αλλ' ο ηρωικός άνθρωπος δεν ομοιάζει με τους καλούς και φρονίμους αμαξάδες, οι οποίοι οδηγούν το αμαξάκι των «βραδέως αλλ' ασφαλώς» από τους δρόμους τους στρωτούς και τους ήσύχους προς το τέρμα, που άλλοι καθώρισαν. Με τον ηνίοχον ομοιάζει, που κυβερνά τέσσαρα, οκτώ ίσως θυμοειδή άλογα - και το καθένα των σπεύδει ασυγκράτητον προς αυτοβούλους κατευθύνσεις. Τα κυβερνά με δυνατό χέρι, χωρίς όμως και να εξουδετερώνη εκείνων την ορμητικότητα και την επαναστατικότητα. Ειδεμή, τι θέλγητρον θα είχε δι' αυτόν η ηνιοχεία; Το «βραδέως αλλ' ασφαλώς» δεν το ξέρει· λογαριάζει και τας πτώ­σεις, διότι μόνον όπου υπάρχουν πτώσεις δίδετ' ευκαιρία και ανυψώσεων.


Πράγματι ο π ό λ ε μ ο ς και ο κ ί ν δ υ ν ο ς είναι το στοιχείον του, η απαραίτητος τροφή του. Ο πόλεμος λέγω και η νίκη, όχ' η ε π ι τ υ χ ί α. Η επιτυχία δεν είναι πάντοτε νίκη· είναι νίκη εξωτερική, εξωτερικός πλουτισμός εις επιτεύγματα και κέρδη - να σαν τα ρεκόρ συγχρόνου αθλητού, που μετρούνται με δευτερόλεπτα και υφεκατοστόμετρα. Αλλ' ο ηρωικός ζητεί την νίκην εκείνου που χαίρεται το ότι επολέμησε, το ότι εκινδύνευσε, το ότι αντέστη την νίκην ως ευκαιρίαν μόνον να ζήση έντόνους και αγωνιώδεις στιγμάς. Και παρομοία νίκη συνυπάρχει κάλλιστα με την αποτυχίαν εις τους αντικειμενικούς σκοπούς, καθώς η αποτυχία των 300 εις τας Θερμοπύλας...
Άλλωστε γενικώς η επιτυχία είναι διά τον ηρωικόν άνθρωπον μία λέξις, μία πραγματικότης ίσως – όχι α ξ ί α. Δεν την ξέρει, ούτε τον ξέρει εκείνη. Αν επίστευεν ολιγώτερον εις τον εαυτόν του, θα ήτο δι' αυτό απογοητευμένος. Αν επίστευεν ολι­γώτερον εις της Μοίρας την σοφίαν, θα ήτο απαισιόδοξος. Αλλ' επιτυχία σημαίνει πραγματοποίησις σκοπού, που ευρίσκετ' έξω μας, και εκείνος έχει μ έ σ α τ ο υ τον σκοπόν και το νόημα της υπάρξεώς του. Απέναντι αυτού τίποτε δεν μετρεί, ούτ' ή ζωή του ούτ' η ευτυχία του. Και τι μεγαλύτερον θα ημπορούσεν η επιτυχία να τού προσφέρη;


Έπειτα η επιτυχία σημαίνει φρόνησιν, και η φρόνησις είναι προσαρμογή της ψυχής προς τα πράγματα, κ α τ α β ι β α σ μ ο ς δηλαδή και ολιγάρκειά της, διά να συμμορφωθή προς την καθημερινότητα του εξωτερικού κόσμου. Ενώ η σοφία και η αποστολή του ηρωικού είναι ν' α ν α β ι β ά σ η τα πράγματα προς την ψυχήν του, να τα γεμίση με νόημα τόσον, ώστε να γίνουν αντάξιά του. Δι' αυτό παρέχει την εντύπωσιν άφρονος, και ε ί ν α ι άφρων. Έχει την αφροσύνην του παιδιού, που στερείται την πολυύμνητον αυτήν πείραν της πραγματικότητας, η οποία είναι κατά βάθος όκνος και ολιγοπιστία. Ενώ το παιδί είναι παιδί, ακριβώς διότι πιστεύει, διότ' ημπορεί ακόμη να πιστεύη, ανεπιφύλακτα. Ο ηρωικός άνθρωπος είν' ο αιωνίως νέος - τι να την κάνη την φρόνησιν; Είναι διά τους πεζούς και τους νοικοκυραίους, που βαδίζουν ήσυχα και ομαλά τον δρόμον της ζωής των. Εκείνος όμως δεν βα­δίζει· χορεύει.


Αυτός είν' ο λόγος που θεωρείται και είναι άνθρωπος α β ο ή θ η τ ο ς εις την συνήθη πρακτικήν ζωήν. Και ένας άλλος λόγος: δεν έχει την φρόνησιν να δ υ σ π ι σ τ ή προς τους γύ­ρω του. Να δυσπιστή προς τι; Διά ν' αποφύγη κινδύνους; Μα αυτούς είναι ακριβώς, που αναζητεί η ψυχή του. Τούς αναλαμβάνει όχι από επαγγελματικήν συνήθειαν η από βιοπορι­στικόν καταναγκασμόν - οι ακροβάται και οι θηριοδαμασταί θα ήσαν τότε οι ηρωικώτεροι των ανθρώπων - αλλ' ως εσωτερικήν προσταγήν της μοίρας του, ως το ιερώτερον δικαίωμα που τού δημιουργεί η υπεροχή του. Οι πολλοί καμαρώνουν δι' όσους κινδύνους απέφυγαν, όχι δι' όσους υπεβλήθησαν· περιγράφουν τας επιτυχίας, που επραγματοποίησαν, και υπερηφανεύονται διά την εξυπνάδα των. Αλλά διά τον ηρωικόν άνθρωπον, το εί­δαμεν: η επιτυχία δεν αποτελεί ούτε κριτήριον ούτε ιδεώδες· ιδεώδες του και κριτήριον: να ζήση δυνατός και ωραίος. Και είναι γενναιότερον και ωραιότερον ν' αδικηθής παρά ν' αδικήσης, να εξαπατηθής παρά να εξαπατήσης.


Άλλωστε προς τι να εξαπατήση; Εξαπατούν οι ετεροκεντρικοί, αυτοί που ασχολούνται διαρκώς με τους άλλους, διά να τούς αντιγράφουν ή να τούς φθονούν ή και τα δύο μαζί. Απασχολούνται κατ' ανάγκην, αφού δεν είναι τόσον πλούσιον το εγώ των, ώστε να τούς απασχολή εκείνο έντονα και ικανοποιητικά. Ο ηρωικός όμως αποτελεί ο ίδιος κ έ ν τ ρ ο ν τ ο υ ε α υ τ ο ύ τ ο υ, ελεύθερος εις την απομόνωσίν του, αριστοκρατικός με την απόστασιν εις την οποίαν κρατεί τούς άλλους, απτόητος με το θάρρος της προσωπικής του γνώμης και της προσωπικής του ευθύνης, υπερήφανος μέσα εις το άβατον τέμενος της μοναξιάς του. Δι' αυτό δεν καταδέχεται να φθονή, μήτε να παραβγαίνη με τούς άλλους· δεν χρειάζεται να βεβαιώνη εις τον εαυτόν του μ' αυτό το μέσον, με την εξωτερικήν αναγνώρισίν του δηλαδή, την υπεροχήν του.

Πουθενά δεν φαίνεται περισσότερον η υ π ε ρ η φ ά ν ε ι α του ηρωικού ανθρώπου, παρά εις τον τρόπον που δι­εξάγει τους λεγομένους αγώνας ιδεών. Δεν αποβλέπει ποτέ εις το να νικήση. Τι θα ειπή να νικήση; Να δεχθούν τας απόψεις του; Συμφορά! Ο ίδιος ξέρει τι τού εστοίχισεν ως που να καταλήξη εις αυτάς, τι τ ό λ μ η εχρειάσθη - sapere aude, λέγει ο αρχαίος ποιητής - τι εσωτερικήν ω ρ ί μ α ν σ ι ν προϋποθέτει. Έτσι, ανησυχεί μάλλον παρά ποθεί εκείνον, που θα τας δεχθή κατ' επιταγήν ή ως προϊόν μιας συντόμου συζητήσεως.
Διά ν' αποκτήση μήπως ο π α δ ο ύ ς; Είν' αληθές, ότι πολλοί αισθάνονται την ανάγκην να κάνουν προπαγάνδαν διά τας ιδέας των, σαν να φοβούνται, ότι δεν θα είναι ορθαί, αν δεν τας ανεγνώριζαν και άλλοι, κατά το δυνατόν πολυαριθμότεροι. Αλλ' εκείνος γνωρίζει, ότι σημασίαν δεν έχει το περιεχόμενον των ιδεών ενός ανθρώπου, αλλ' η ψυχική δύναμις με την οποίαν τας κατέκτησε και τας κατέχει. Όχι το τ ι πιστεύεις, αλλά το π ώ ς πιστεύεις ό,τι πιστεύεις. Ότι τας θεμελιώδεις, τας ζωτικάς πεποιθήσεις σού ρυθμίζει κατά βάθος η μοίρα σου, όχι τανάπαλιν. Και η μοίρα σου είναι κάτι απολύτως προσωπικόν· δεν ημπορείς μήτε να το δανεισθής, μήτε να το δανείσης.

 Έπειτα τι σημαίνει διά τον ηρωικόν άνθρωπον ο αριθμός; Εκείνος θέλει, και ως πνευματικός άνθρωπος ακόμη, να εργάζεται, όχι να συνεργάζεται· είναι ανδρικώτερον...
Έτσι, και όταν υπερασπίζη τας απόψεις του, δεν το κάνει διά να τας επιβάλη· αλλά διά να μείνη οποίος είναι. Και ακριβώς το να είναι οποίος είναι, αποτελεί εις τα μάτια των άλλων πολλάκις, αυτό και μόνον, πολεμικήν. Η ύπαρξίς του και μόνη εξεγείρει το μίσος· αρκεί να περιγράφη απλώς πώς είναι, και προκαλεί αντιπάθειαν· τόσον μεγάλον μέρος από το μέλλον αντιπροσωπεύει! Διότι το μέλλον είναι σκοτεινόν, και είν' ολίγοι που δεν φοβούνται το σκοτάδι, οι πολλοί το φοβούνται, και ο φόβος των παίρνει πολλάκις την μορφήν αντιπαθείας.
Και όμως σπείρει άφθονα τα γεννήματα του νου του. Τα σπείρει, διότι δεν ημπορεί να κάνη διαφορετικά· όπως το δέντρον που τινάζει τούς καρπούς του σαν ωριμάσουν, είτ' ευρίσκοντ' αποκάτω είτε όχι αυτοί που θα τούς είναι χρήσιμοι.


 Έ­τσι και ο ηρωικός άνθρωπος: διδάσκει, παρασυρόμενος από την πίστιν του· ομιλεί περί αυτής, υποκύπτων εις την εσωτερικήν ορμήν ν' ανακοινώση - όχι ν' ανακοινώση· ν α τ ρ α γ ο υ δ ή σ η μάλλον, την χαράν του και τους θησαυρούς του - να φωνάξη την αγάπην του, και διαβεβαιώνει κάθε φοράν το αγαπημένον του πρόσωπον πόσον τ' αγαπά, όχι διά να το πείση ούτε διότι φαν­τάζεται πως αμφιβάλλει, αλλά μόνον διότι ευχαριστείται ο ίδιος κάθε φοράν να τ' ακούη. Έτσι και ο ηρωικός άνθρωπος: είτε προφορικώς αναπτύσσει προς ένα κοινόν, είτε γράφει, κατά βάθος είν' ο ίδιος ακροατής και αναγνώστης του εαυτού του. Ομιλεί ενώπιον των άλλων, διά ν' ακούση ο ίδιος την φωνήν του δυνατώτερα, διαυγέστερα, συνειδητότερα.
Υπερήφανος είναι, όχι εγωιστής. Δι' αυτό σπαταλά τον εαυτόν του. Η ευτυχία του είναι ν α δ α π α ν ά, ακριβέστερον ακόμη: ν α δ α π α ν ά τ α ι. Ανεξάντλητος όπως είναι, δεν ξέρει αριθμητικήν. Είναι τόσον πλούσιος, ώστε θ' αναπλη­ρώση εύκολα (το ξέρει) κάθε ζημίαν· προς τι λοιπόν να την υπο­λογίζη; Υπολογίζει ο πτωχός· ο πλούσιος κλείνει τα μάτια, απλώνει το χέρι, και σκορπά ... Όσα και να σκορπήση, πάντοτ' εκ του περισσεύματος θα είναι.


Εκ του περισσεύματος αντλεί και η μεγαλοδωρία του ηρωικού ανθρώπου. Αφρόντιστα και αδίστακτα σπαταλά τα πλούτη του, την δραστηριότητά του, την υγείαν του, την ρωμαλεότητα της ψυχής και του νου του. Σκορπά την αγάπην του χωρίς ανταλλάγματα, έτοιμος να πληρώση εκείνους που θα θελήσουν να την δεχθούν. Σκορπά τας συγκινήσεις, τους ενθουσιασμούς και την φλόγα, τα κάλλη και τα ρίγη της ψυχής του και είναι τόσον πολλά τα πολύτιμ' αυτά πετράδια, ώστε ο πτωχός και ο κακός υποπτεύουν πως θα πρέπει κίβδηλα να είναι· ειδεμή, θα τα εμοίραζεν έτσι, τόσον αμέριμνα, τόσον αλύπητα; Σκορπά του νου του τα γεννήματα, που είναι δι' αυτόν βιώματα ψυχής, χωρίς να κατοχυρώνη συγγραφικώς την πατρότητά των, να έτσι σαν τον ήλιον που ακτινοβολεί παντού το φως του. Και ο ήλιος δεν έχει μετρητήν του φωτός· έχουν αι ηλεκτρικαί εταιρείαι μόνον.
Και είν' η χαρά του να σκορπά: όλα τ' αγαθά της γης τα εκτιμά όχι ως κ τ ή μ α τ α, αλλ' ως χ ρ ή μ α τ α (με την αρχαίαν σημασίαν της λέξεως εκ του χρώμαι), ως δαπανήματα δηλαδή. Ή μάλλον πιστεύει πως αγαθά δεν είναι· γ ί ν ο ν τ α ι αγαθά, αφ' ης στιγμής και εφ' όσον δαπανώνται.

Εις την εργασίαν καθυποβάλλεται με ανεπιφύλακτον προθυμίαν. Την δέχεται αυτονόητα και χαρωπά, αφού είναι κάτι βαρύ και δύσκολον, αφού ζωή σημαίνει δι' αυτόν δράσις και κά­ματος. Εργάζεται από την επιθυμίαν να χρησιμοποιή τας δυνά­μεις του σώματος και της ψυχής εις έργα δύσκολα, εργάζετ' αισθητικώς, καθώς ένας αθλητής.
Το ίδιον και εις την πνευματικήν του εργασίαν: Δεν μελετά διά να γράψη ένα βιβλίον - η σκέψις είναι δι' αυτόν κάτι που το ζη, όχι κάτι που το γράφει - ή διά να επιτύχη εν αξίωμα. Μέσα του θέλει να πλουτίση, να πλουτίση ακόμη με την χαράν που δίδει ένα δύσκολον ζήτημα. Προχείρως έτσι σκορπά ένα πλήθος προσωπικών στοχασμών (προσωπικών και όταν έχη απ' άλλους λάβει την αφετηρίαν της σκέψεως), που ένας άλλος θα επροφύλασσε ζηλοτύπως. Μα ο ηρωικός άνθρωπος αγνοεί την ζηλοτυ­πίαν.
Και είναι φυσικόν· αφού διατηρεί ζωντανά και καθαρά τα χαρίσματα του γνησίου αριστοκράτου: την μοναξιά του, το αίσθημα της ανεπιμειξίας, το θάρρος και την ικανότητα προς περιφρόνησιν, τας μακροχρονίους αφοσιώσεις, την αρχοντικήν μεγαλοδωρίαν. Προ παντός το αίσθημα της προσωπικής τιμής, ενώπιον της οποίας όλα τ' άλλα, πλούτος και μόρφωσις, εξουσία και υγεία, είν' ένα μηδέν.

Η ζωή ενός ανθρώπου, καθώς αυτού που περιέγραψα, δεν ημπορεί παρά να είναι σ ύ ν τ ο μ ο ς. Σύντομος όχι πάντοτε με την κοινήν σημασίαν· ημπορεί κάποτε να ζήση και πολλά χρόνια, αλλά πάντα θα είν' ολίγα, σχετικώς με την πλησμονήν της ζωτικότητός του. Άλλωστ' η ηλικία είναι κάτι σχετικόν· δεν μετρείται πάντως με την διάρκειαν, με το περιεχόμενόν της μετρείται. Είν' έννοια ηθική, όχι αστρονομική.
Συνήθως όμως είναι σύντομος και υπό την συνήθη χρήσιν της λέξεως. Σύντομος, διότι ο ηρωικός άνθρωπος περνά ολόκληρον την ζωήν του εις το πολυκίνδυνον μέτωπον του πολέμου. Σύντομος, διότι πάντοτε είναι, από την μοίραν του και μόνην οδηγούμενος, ε ρ α σ ι θ ά ν α τ ο ς.


Βαδίζει προς τον θάνατον όχι διά ν' αναπαυθή, όχι διότι εβαρέθηκε την ζωήν, όχι διότι εδειλίασεν ενώπιον αυτής, όχι από μαρασμόν και εξάντλησιν των δυνάμεών του. Ο ηρωικός άνθρωπος δεν υ φ ί σ τ α τ α ι τον θάνατον. Δι' αυτόν και ο θάνατος ακόμη δεν είναι π ά σ χ ε ι ν, είναι π ρ ά τ τ ε ι ν. Είναι η τελευταία πράξις, με την οποίαν επισφραγίζει όλας του τας άλλας πράξεις. Τούς δίδει αυτή το νόημα· διότι και η Ζωή όλη είναι μία διαρκής αρχή, και η αρχή το νόημά της αντλεί από το τέλος, του οποίου είν' η αρχή. Και είναι το τέλος ο θάνατος, αλλά και η τελείωσις.
Αλλ' ο πληθωρισμός της ζωής είναι τόσος μέσα του, ώστε και ο θάνατός του δεν είν' εκμηδένισις πλέον. Μεστώνει από περιεχόμενον, από ηθικήν αναγκαιότητα, πλημμυρίζει από την χαράν και την ωραιότητα μιας τελευταίας νίκης - παρόμοια με τον ήλιον, ο οποίος, κλίνων προς την δύσιν, ενδύεται την πορ­φυράν του μεγαλοπρέπειαν.


Αν θα είν' εκούσιος ο θάνατος ή ακούσιος, δεν έχει σημασίαν. Διά τον ηρωικόν άνθρωπον ο θάνατος είναι πάντοτ' ε κ ο ύ σ ι ο ς, αφού ο δρόμος, που συνειδητά εδιάλεξε και βαδίζει, μοιραίως και αναγκαίως οδηγεί προς τα εκεί. Άλλωστε δια­λέγει συνήθως ο ίδιος τον θάνατόν του και την ώραν του, με την εσώψυχον πίστιν ότι δικαίωμά του απόλυτον είναι: Αν θέλης να γεννηθής και πότε θέλεις να γεννηθής, δεν εξαρτάτ' από την συγκατάθεσίν σου· το να φύγης όμως από την Ζωήν και πότε να φύγης, αυτό αφήκεν ο Θεός εις την ιδικήν σου, την υπεύθυνον διαγνώμην. Και είναι βαρεία και δύσκολος αυτή η ευθύνη - διά τούτο και η ορμή προς αυτοσυντηρησίαν είναι τόσον ισχυρά.
Αλλ' εκούσιος ή ακούσιος ο θάνατος του ήρωος, είναι πάντοτε μία έκρηξις ηφαιστείου. Να έτσι εξαφνικά σπα το δοχείον της ζωής του, συντρίβεται και συντρίβει όλα γύρω του, φλέγεται και φλέγει, φωτίζεται και φωτίζει - και τρομάζουν οι δειλοί και ταπεινοί και φθονεροί. Οργή Κυρίου . . .
 


Σάββατο 11 Ιουνίου 2011

Ἀθανάσιος Γιέβτιτς, Παπαδιαμάντης καὶ Ντοστογιέφσκυ

Ἀποσπάσματα ἀπὸ ὁμιλία τοῦ πρώην Ἐρζεγοβίνης Ἀθανάσιου Γέφτιτς, ποὺ δόθηκε στὴν Ἀθήνα τὴν 26η Μαΐου τοῦ 2001


Μόλις εἶχε τελειώσει ὁ Α´ Παγκόσμιος Πόλεμος καὶ εἶχε καταρρεύσει ἡ Γερμανία, ἐνῷ οἱ Μπολσεβίκοι στὴν Ρωσσία εἶχαν νικήσει, ὁ γερμανὸς (λογοτέχνης) Χέρμαν Ἔσσε ἔγραφε, σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα κείμενά του (1919), γιὰ τὸν Ντοστογιέφσκυ περίπου τὰ ἑξῆς: «Αὐτὸς εἶναι ἐπικίνδυνος γιὰ τὴν Δύσι. Οἱ ἥρωές του, οἱ Καραμαζώφ, εἶναι ἀνατολικοὶ τύποι, πολὺ ἐπικίνδυνοι, σκοτεινοί, μὲ ἀσιατικὸ βάθος καὶ ἀποτελοῦν ἄμεσο κίνδυνο γιὰ τὸν δυτικὸ ἄνθρωπο».

Αὐτὴ ἡ πόλωση, «Ἀνατολικοὶ – Δυτικοί», ποὺ ἔβλεπε τότε ὁ Ἔσσε, τὴν ἔχουν λίγο-πολὺ καὶ σήμερα οἱ περισσότεροι, ποὺ γράφουν γιὰ μᾶς τοὺς ὀρθοδόξους λαούς…
Εἶναι, ὅμως, τραγικὴ εἰρωνεία τῆς ἱστορίας ὅτι ὁ Χ. Ἔσσε, ἀφοῦ πέρασε καὶ ὁ Β´ Παγκόσμιος Πόλεμος καὶ πάλι οἱ Γερμανοὶ ἠττήθησαν στὰ Βαλκάνια, ἔγινε βουδδιστής, δηλαδὴ ἄκρως Ἀνατολικός. Καὶ διερωτᾶται κανείς, μήπως οἱ λεγόμενοι Δυτικοὶ εἶναι πιὸ κοντὰ στοὺς ἄπω Ἀνατολίτες, παρὰ σὲ μᾶς ἐδῶ τοὺς κοντινοὺς Βαλκάνιους. Ὅμως, ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι, ὄχι μόνο ποὺ δὲν εἴμαστε Δυτικοί, ἀλλ᾿ οὔτε καὶ Ἀνατολικοί του Ἔσσε· δὲν εἴμαστε Εὐρωπαῖοι τοῦ Ἔσσε, ἀλλ᾿ ἀκόμη λιγότερο Ἀσιάτες του.

Οἱ ἥρωες τοῦ Ντοστογιέφσκυ καὶ τοῦ Παπαδιαμάντη δὲν κατατάσσονται στὰ σχήματα αὐτά, οὔτε ἐξηγοῦνται ἀπὸ αὐτά: «Ἀνατολὴ-Δύσι, Εὐρώπη-Ἀσία, Ἀνατολικοί-Δυτικοί». Ἡ γεωγραφικὴ καὶ πνευματικὴ πατρίδα τους, ἀλλὰ καὶ ἡ δική μας, εἶναι ἡ Ἀνατολικὴ Μεσογειακὴ λεκάνη μὲ τὰ περίχωρά της, ὅπου περιλαμβάνονται ἡ χερσόνησος τοῦ Αἴμου, τὰ Βαλκάνια (ἀλλὰ καὶ ἡ Ρωσσία), ἡ Μ. Ἀσία, ἡ Παλαιστίνη, ἡ Μεσοποταμία, ἡ Αἴγυπτος, ἡ Β. Ἀφρικὴ καὶ ἡ Ν. Ἰταλία, δηλαδὴ ἡ γεωγραφικὴ καὶ πνευματικὴ περιοχὴ τοῦ Βυζαντίου, ὅπου γεννήθηκε ὁ Χριστιανισμός, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀρχαῖος ἑλληνικὸς πολιτισμός, καὶ ὅπου γεννήθηκε καὶ ἀναπτύχθηκε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μὲ τὴν παράδοσί της τὴν ζωντανή.

Τὰ πρόσωπα, ποὺ βρίσκομε στὰ ἔργα τοῦ Ντοστογιέφσκυ καὶ τοῦ Παπαδιαμάντη, δὲν μπαίνουν καὶ δὲν ἐξηγοῦνται στὰ πλαίσια αὐτά: «Ἀνατολή-Δύσι», οὔτε στὴν πόλωσι αὐτήν: «Εὐρώπη-Βαλκάνια». Ὄχι πῶς δὲν εἶναι καὶ Ἀνατολικοὶ καὶ Δυτικοί, ἀλλὰ δὲν ἐξαντλοῦνται σ᾿ αὐτὸ τὸ σχῆμα, ὅπως δὲν ἐξαντλούμεθα ἐμεῖς σήμερα μὲ τὸ νὰ χωριζώμεθα σὲ Εὐρωπαίους καὶ Βαλκάνιους…

Ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ὁ Ντοστογιέφσκυ γεννήθηκαν καὶ ἀνατράφηκαν σ᾿ αὐτὸ τὸ ὀρθόδοξο ἐκκλησιαστικὸ περιβάλλον. Εἶναι γνωστὴ ἡ σχέσι καὶ τῶν δυό με τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία καὶ εἰδικὰ μὲ τὰ Μοναστήρια, καὶ διαπιστώνεται αὐτὴ ἡ σχέσι στὰ ἔργα τους, μὲ διαφορὲς βέβαια, ἀλλὰ καὶ μὲ μία ἐσωτάτη ταυτότητα. Οἱ Κολλυβάδες τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ οἱ Στάρετς (Γέροντες) τοῦ Ντοστογιέφσκυ ἦσαν φορεῖς τῆς ζωντανῆς αὐτῆς παραδόσεως τοῦ Ἡσυχασμοῦ.

 Οἱ Στάρετς τῆς Ρωσίας –καὶ ὄχι μόνον τῆς Ὄπτινα στὰ μετέπειτα ἔργα τοῦ Ντοστογιέφσκυ, ἀλλὰ καὶ τοῦ (ἁγίου) Τύχωνος τοῦ Ζαντόνκ, ἐπισκόπου καὶ ἀσκητοῦ– καὶ οἱ Κολλυβάδες μαρτυροῦν προσωπικά, καὶ ὄχι μόνο με τὰ ἔργα τους ἣ τὰ γραπτά τους, ἐκεῖνο ποὺ βρίσκεται στὸ βάθος τῆς ἀνθρωπολογίας τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Ντοστογιέφσκυ: Τὸ ἀνθρώπινο πρόβλημα, ἡ ἀνθρώπινη μοίρα, ἂν θέλετε, ἢ τὸ πεπρωμένο του· ὄχι, ὅμως, μὲ τὴν ἐξωχριστιανικὴ ἔννοια τοῦ κρίματος ἢ τῶν κριμάτων τοῦ Θεοῦ. Κι ἑπομένως μαρτυροῦν γιὰ τὸ ἀνθρωπολογικὸ καὶ ἀνθρωπιστικὸ πρόβλημα.

Πόσα χρωστᾶ ὁ Ντοστογιέφσκυ στὰ Μοναστήρια, στὸν ἅγιο Τύχωνα καὶ στοὺς Στάρετς ἐν συνεχείᾳ καὶ πόσα χρωστᾶ ὁ Παπαδιαμάντης στὸν πατέρα του ἱερέα, ἀλλὰ καὶ στὴν παράδοση τῶν Κολλυβάδων στὴν Σκιάθο… Ἀπὸ τὰ παιδικά τους χρόνια ἦσαν πολὺ ποτισμένοι μὲ τὶς ἐμπειρίες αὐτὲς καί, ὅπως λένε καὶ οἱ δυό, ἀλλὰ τὸ ἐκφράζω μὲ τὰ λόγια του Κ. Παλαμᾶ, ὅτι ἦσαν παιδιά: «Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πάντα αὐτό, ποὺ ἦταν παιδί». Ἴσως δὲν τὸ ξέρομε ἀκριβῶς, ἀλλὰ ξέρομε ὅτι μένει πάντα μέσα του, καὶ στὸν πλέον ἀλλαγμένο ἄνθρωπο –ἀλλαγμένο ἀπὸ τὴν ἡλικία, ἀπὸ τὰ πάθη, ἀπὸ τὴν σκέψι– μένει κάτι ἀπὸ τὸ παιδί. Καὶ ἦσαν παιδιὰ ὅταν ἔζησαν τὴν βαθειὰ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, τὴν βαθειὰ ἐμπειρία τῶν ἡρῴων της Βίβλου, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ἔτσι νὰ πῶ.

Ὁ Ντοστογιέφσκυ τὸ περιγράφει βάζοντας τὸν στάρετς Ζωσιμᾶ, ποὺ ὡς μικρὸς βρέθηκε στὸν ναὸ τὴν Μ. Ἑβδομάδα, ὅταν διαβαζόταν τὸ βιβλίο τοῦ Ἰώβ. Καὶ εἶναι γνωστό, πὼς ἐκεῖ ἔζησε ὁ στάρετς Ζωσιμᾶς, δηλαδὴ ὁ ἴδιος ὁ Ντοστογιέφσκυ, τὸ μεγάλο μυστήριο, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ πεπερασμένη γήινη μορφὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ αἰώνια Ἀλήθεια, ἡ μορφὴ τοῦ Θεοῦ, συναστήθηκαν, ἀγγίχτηκαν μαζί. Καὶ ἡ γήινη δικαιοσύνη –μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἀληθείας, διότι τὸ ῥωσσικὸ «πράβδα» ἔχει καὶ τὴν ἔννοια τῆς ἀληθείας– συναντήθηκε μὲ τὴν αἰώνια ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὁ Ἰὼβ ἀπήντησε: «Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τοὺς αἰῶνας».

Ὁ Παπαδιαμάντης, στὸ καταπληκτικὸ κείμενό του: «Φωνὴ αὔρας λεπτῆς», γραμμένο τὸ 1901, (σχολιάζοντας) ἕνα εἱρμὸ ἀπὸ τὴν ἑορτὴ τοῦ προφήτου Ἠλιοῦ, γράφει: «Ὁ Θεὸς ἐφανερώθη εἰς τὸν Προφήτην ὄχι ἐν τῷ πνεύματι τῷ βιαίῳ, ὄχι ἐν τῷ συσσεισμῷ, ὄχι ἐν πυρί, ἀλλ᾿ ἐν φωνῇ αὔρας λεπτῆς. Καὶ ἡ φωνὴ τῆς αὔρας τῆς λεπτῆς εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ πράου Ἰησοῦ, εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ Εὐαγγελίου».
Ἐν συνεχείᾳ τελειώνει τὸ πολὺ μικρὸ καὶ πολὺ χαρακτηριστικὸ αὐτὸ ἄρθρο –γιὰ νὰ ποῦμε ὅτι δὲν εἶναι ὅλα τὰ διηγήματα, οὔτε ἀκόμη λιγότερο ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ Παπαδιαμάντη τῆς ἴδιας ἀξίας, οὔτε τοῦ Ντοστογιέφσκυ, στὸ ἴδιο ἐπίπεδο, ἀφοῦ ὡς ἄνθρωποι πάλευαν καὶ ἀποτύπωναν– τελειώνει ἀναφέροντας τὸ ποίημα τοῦ Πινδάρου, ὅπου «οἰονεὶ (:σὰν νὰ) προφητεύει» γιὰ τὸν Χριστό, ἀφοῦ «τοιοῦτος Θεός, ἥρως καὶ ἄνθρωπος οὐδεὶς ἄλλος ὑπάρχει, εἰ μὴ ὁ Ἰησοῦς Χριστός».

Φαίνεται μία μεγάλη ἀγάπη τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Ντοστογιέφσκυ γιὰ τὸν Χριστό. Εἶναι γνωστὸ τὸ γράμμα τοῦ Ντοστογιέφσκυ στὸν Φονβίζιν (τὸ 1854), ποὺ λέει παράδοξα: «Ἂν ἡ ἀλήθεια, ἂς ὑποθέσωμε, θὰ ἀπέκλειε τὸν Χριστό, ἐγὼ θὰ ἔμενα μὲ τὸν Χριστὸ κι ὄχι μὲ τὴν ἀλήθεια». Παράδοξο, παραδοξότατο, (ἀφοῦ ὁ Χριστὸς ὁ ἴδιος εἶναι ἡ Ἀλήθεια, ἡ Αὐτοαλήθεια, Ἰωάν. ιδ´ 6), ἀλλ᾿ ἀληθηνέστατο. Ὁ Τ. Χρυσάφης, σ᾿ ἕνα βιβλίο του, γράφει γιὰ τὴν θεολογικὴ σκέψι τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ λέει: «Σπάνια συναντοῦμε τὴν λέξι Θεός. Στὰ γραπτά του μιλάει γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ ἀπευθύνεται στὸν Χριστό». Ὁ Τέσλαν Μίλος ἔχει γράψει ἕνα ἄρθρο γιὰ τὸν Ντοστογιέφσκυ καὶ λέει: «Δὲν βρῆκε τὸν Θεό, ἔχασε τὸν Θεὸ καὶ πιάστηκε ἀπὸ τὸν Χριστό». Καὶ τὸ θεωρεῖ κατάντημα τοῦ Ντοστογιέφσκυ αὐτό. Ὅμως, τί ἄλλο θὰ μποροῦσε νὰ γράψη ἕνας καθολικὸς καὶ ποῦ ἀλλοῦ θὰ μποροῦσε νὰ τὸν ὁδηγήση ἡ θρησκεία του; Πῶς νὰ καταλάβη γιατί ὁ Ντοστογιέφσκυ πιάστηκε ἀπὸ τὸν Χριστό…

Ὁ Παπαδιαμάντης τὴν ἴδια ὁμολογία δίνει ὅταν λέῃ: «Ἐν ὅσῳ ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρονῶ δὲν θὰ παύσω πάντοτε νὰ ὑμνῶ μετὰ λατρείας τὸν Χριστόν μου…». Διότι δὲν ἀρκεῖ κάποιος θεός, οὔτε κάποια θρησκεία. Ὁ Θεός μας εἶναι Θεὸς ἐνσαρκωμένος στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Θεὸς ποὺ δὲν ἔλαβε σάρκα, ποὺ δὲν ἔζησε τὸν πόνο μας τὸν ἀνθρώπινο, τὴν ὕπαρξί μας, τὰ βάσανά μας, τί νὰ τὸν κάνωμε; Ἔτσι καὶ οἱ θεοὶ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ποὺ ὁ Πλήθων στὴν «Γυφτοπούλα» (τοῦ Παπαδιαμάντη) θέλει νὰ τοὺς ἀποκαταστήσῃ, ὅπως ὁ Ἰουλιανὸς ὁ παραβάτης πρίν, εἶναι νεκροί.

Ὁ Ντοστογιέφσκυ πέρασε ἀπὸ τὸν μεγάλο πειρασμὸ (τῆς Εὐρώπης) καὶ μπολιάστηκε πάρα πολὺ ἀπὸ τὴν Δύσι, καὶ δὲν μποροῦσε (ἴσως) νὰ μὴ μπολιαστῇ. Διότι «ἀνένδεκτον (:ἀδύνατον) ἐστι τοῦ μὴ ἐλθεῖν τὰ σκάνδαλα», τοὺς πειρασμοὺς (Λουκ. ιζ´ 1). Ἀλλὰ πρέπει νὰ ξέρωμε ὅτι «πειρασμὸς ἡμᾶς οὐκ εἴληφεν (:κατέλαβε) εἰ μὴ ἀνθρώπινος» (Α´ Κορ. Ι´ 12). Εἶναι ἀναπόφευκτο νὰ περάσωμε κι ἐμεῖς (τέτοιο πειρασμό), διότι εἶναι ὄχι γεωγραφικές, ἀλλὰ πνευματικὲς κατηγορίες αὐτές. Ὁ δυτικὸς ἄνθρωπος εἶναι μέσα μας, εἶναι ὁ παλαιὸς Ἀδάμ. Καὶ παλεύουμε μέσα μας νὰ βγοῦμε, ἂν ὄχι Ἀνατολίτες, νὰ βγοῦμε τουλάχιστον ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας, ἄνθρωποι ὀρθόδοξοι, πέστε τὸ Βαλκάνιοι, Βυζαντινοί, Ἕλληνες, Σέρβοι, Ῥῶσσοι, κτλ, πάντως μὲ διαφορετικὴ γεῦσι ζωῆς, μὲ πείρα ἀνθρώπου διαφορετικὴ ἀπὸ ὅ,τι εἶναι ὁ δυτικὸς ἄνθρωπος.

Αὐτὸ ποὺ λέμε «δυτικὸς ἄνθρωπος», ἐμφωλεύει πάντα μέσα μας. Ἤξερε ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ὁ Ντοστογιέφσκυ τὴν χριστιανικὴ ἀλήθεια, ὅτι ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἐκ νεότητος ῥέπει πρὸς τὸ πονηρό. «Ἐκ νεότητός μου πολλὰ πολεμεῖ με πάθη». Γράφει τὸ 1875 σὲ μία ἐπιστολή του ὁ Παπαδιαμάντης: «Εἰς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ὑπάρχει μία ῥοπή, μία τάσις πρὸς τὴν διαφθοράν. Θέλει κανεὶς νὰ χαλασθῇ καὶ διὰ τούτου χαλνιέται». Στὸν «Χρῖστο Μηλιώνη» μὲ ἄλλα λόγια γράφει: «Τὰ ὅρια τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς κακίας εἶναι τοσοῦτον δυσδιάκριτα ἐν τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει, ὥστε οἱ νεώτεροι ἐκ τῶν φιλοσοφούντων ἔχουν δίκαιον νὰ ἀνακηρύξουν ὡς ὅλως ἀνωφελῆ καὶ αὐτὴν ταύτην τὴν ψυχολογίαν, ὅπως ἀνεκήρυξαν καὶ τὴν μεταφυσικήν».

Λέει κι ἄλλα ὁ Παπαδιαμάντης γιὰ τὸ σκοτεινὸ ἄντρο τῆς συνειδήσεως τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ἀλλοῦ πάλι: «Ἡ αἰωνία τάσις τῆς ἀνθρωπίνης καρδίας εἰς τὸ νὰ ἀγαπᾷ πᾶν τὸ μισητόν». Καὶ μιλάει γιὰ αὐτολατρεία: «Ἐπέστη ὁ καιρὸς τῆς αὐτολατρείας καὶ πᾶσαι αἱ ἄλλαι θρησκεῖαι κατηργήθησαν». Ὁ κ. Μπαστιᾶς, (στὸ ὡραῖο βιβλίο του γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη), μιλάει γιὰ αὐτολατρεία τοῦ οὐμανισμοῦ, τοῦ ἀνθρωπισμοῦ. Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης τὸ εἶχε πῆ πολὺ πρὶν στὸν Μεγάλο Κανόνα του: «Αὐτείδωλον ἐγενόμην». Αὐτὸ εἶναι ἡ Δύσι: αὐτείδωλον. Καὶ αὐτὸ εἶναι μέσα μου…

Ὁ Ντοστογιέφσκυ εἶχε πολὺ μπολιαστεῖ ἀπὸ τὴν Εὐρώπη κι ἔλεγε: «Εἶναι χώρα τῶν θαυμάτων, ἀλλ᾿ εἶναι νεκροταφεῖο. Εἴμαστε εὐγνώμονες, πήραμε πάρα πολλὰ ἀπὸ τὴν Εὐρώπη καὶ θὰ πάρωμε καὶ τὴν εὐχαριστοῦμε, ἀλλ᾿ εἶναι πλέον καιρὸς νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὴν “αἰχμαλωσία τῆς Αἰγύπτου”, ἀπὸ τὴν Εὐρώπη». Αὐτὸ ἔχει πολλὴ σημασία ἂν τὸ μετρᾶμε μὲ τὶς διαστάσεις ἑνὸς Ντοστογιέφσκυ. Νομίζω πὼς καὶ ὁ Παπαδιαμάντης πέρασε κι αὐτὸς ἀπὸ τὸν βαθὺ πειρασμὸ τῆς Δύσεως. Ἦταν ἄνθρωπος εὐρωπαῖος, σύγχρονος, μορφωμένος, διαβασμένος, μετέφρασε (δυτικὰ ἔργα), ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ἀκριβῶς τὴν μέτρησε…, δὲν εἶπε ἀνάθεμα στὴν Εὐρώπη, ἀλλὰ τὴν ζοῦσε μέσα του.

Αὐτὸ εἶναι τὸ δράμα τοῦ ἀνθρώπου, τὸ δράμα τῶν λαῶν, ποὺ σήμερα ζοῦμε ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι λαοί. Γιατί τόσο δὲν θέλουν τοὺς Ῥώσσους, τοὺς Σέρβους καὶ τοὺς Ἕλληνες; Γιατὶ εἶναι ἀπρόβλεπτοι, ἀπροσδόκητοι. Αὐτοὶ θέλουν τὸ σίγουρο, θέλουν τὸ καλούπι, θέλουν νὰ ἐλέγχουν. Αὐτὸ εἶναι φιλαρχία δαιμονικὴ στὸ βάθος τῆς στάσεως τῆς Εὐρώπης, γιὰ γνῶσι καὶ γιὰ κυριαρχία καὶ γιὰ ὅ,τι φαίνεται. Ὁ π. Ἰουστίνος (Πόποβιτς) ἐμμένοντας στὸν Ντοστογιέφσκυ –δὲν ξέρω ἂν διάβασε τὸν Παπαδιαμάντη, δὲν τὸν ἀναφέρει– ἔλεγε ὅτι Παπισμὸς κατὰ βάθος εἶναι στὴν Εὐρώπη ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής. Ἡ νοοτροπία αὐτὴ νὰ κατέχῃς τὸν ἄλλον, νὰ τὸν γνωρίζῃς, νὰ τὸν κάνῃς εὐτυχισμένο, ἀλλὰ κατὰ τὰ μέτρα σου.

Κι ἐδῶ ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς, ὁ πράος, ὁ ταπεινός, ὁ ἀδύναμος, ποὺ φανερώνεται στὰ πρόσωπα τῶν ἡρῴων του Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Ντοστογιέφσκυ, ἀλλὰ δὲν σῴζει βίαια, σῴνει καὶ καλά. Δὲν ἔσωσε τὴν «Φραγκογιαννοῦ τὴν φόνισσα», ποὺ δὲν μετάνοιωσε, δὲν ἔσωσε τὴν «κα Αὐγούστα», ποὺ κι ἐκείνη δὲν μετάνοιωσε. Γιατὶ ἡ αὐτομεμψία ἀπὸ μόνη της δὲν σῴζει. Σῴζει ὁ Θεὸς βλέποντας τὸν ἄνθρωπο νὰ ξεχύνεται, νὰ καταγκρεμίζη τὰ εἴδωλα καὶ αὐτείδωλά του, τὴν αὐτοθρησκεία του, τὴν αὐτολατρεία του καὶ νὰ προσφέρῃ λατρεία στὸν Θεό.
Τὸ καλὸ καὶ χαρακτηριστικό του Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Ντοστογιέφσκυ εἶναι ὅτι αὐτοὶ δὲν φτιάχνουν πρόσωπα, ἀλλὰ περιγράφουν, παριστάνουν. Στὸν Ντοστογιέφσκυ βλέπει κανεὶς μία πολυφωνία καὶ μία διαλογικότητα, δηλαδὴ τὸν πλοῦτο τῆς καθολικότητας τῆς Ἐκκλησίας, τὸν πλοῦτο τῆς ἰδιοφορφίας, τῆς ἰδιοπροσωπίας.

Καὶ σ᾿ ὅλα τὰ ἱστορήματα τοῦ Παπαδιαμάντη (εἶναι) μαζεμένος ὁλόκληρος λαός, ἕνα ἑλληνικὸ πανηγύρι, κι ἁπλώνεται μία ὁμοαλήθεια. Αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ ἔλεγε ὁ Ντοστογιέφσκυ μὲ τὴν «σόμπορνοστ» (:ἑνότητα ἐν τῇ ποικιλίᾳ), ὄχι ἐπιβαρυμένη μὲ τὴν ἔννοια τῶν Σλαβοφίλων του Σολόβιεφ, ἀλλὰ μ᾿ ἐκείνη ποὺ τῆς ἔδωσε στὴν ὁμιλία του γιὰ τὸν (μεγάλο ῥῶσσο ποιητή) Πούσκιν, ὅπου εἶπε ὅτι ὁ Πούσκιν εἶναι «πανάνθρωπος», ἀντὶ τοῦ εὐρωπαίου «ὑπερανθρώπου».
Στὴν ὁμιλία αὐτὴ τοῦ 1880 ὁ Ντοστογιέφσκυ εἶπε: «Ταπεινώσου ὑπερήφανε ἄνθρωπε…». Καὶ σὲ λίγο ἐκοιμήθη († 1911) μὲ τὴν χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως, μὲ τὴν Θ. Κοινωνία, ἀλλὰ κυρίως μὲ τὸ Εὐαγγέλιο τῆς ἀγάπης πρὸς τοὺς ἀνθρώπους…

Πηγή: www.ellopos.gr 
 

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2011

Ερντογάν: Ο Ατατούρκ του 21ου αιώνα; Γιώργος Δελαστίκ

Θεωρητικά κανένας δεν θα έπρεπε να ασχολείται με τις μεθαυριανές βουλευτικές εκλογές στην Τουρκία. Ο λόγος είναι απλός: οι πάντες είναι απολύτως βέβαιοι ότι νικητής θα είναι για τρίτη συνεχή φορά ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και το μετριοπαθές ισλαμικό κόμμα του, το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ). Δεν υπάρχει επίσης κανένας που να αμφιβάλλει ότι ο Ερντογάν θα πάρει με μεγάλη ευκολία τις 276 έδρες που απαιτούνται για να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση, καθώς η τουρκική ενθοσυνέλευση έχει 550 βουλευτές.
Είναι πολύ πιθανόν μάλιστα το ΑΚΡ να ανεβάσει ακόμη περισσότερο το εκλογικό ποσοστό του από το εντυπωσιακό ποσοστό του 47% των ψήφων, με το οποίο είχε κερδίσει την επανεκλογή του ο Ερντογάν το 2007, ενώ στα τέλη του 2002 είχε νικήσει για πρώτη φορά το ΑΚΡ με το πολύ ταπεινότερο ποσοστό του 33%.

Τότε, στις αρχές, μόνο το κυριολεκτικά ληστρικό εκλογικό σύστημα, το οποίο ορίζει ελάχιστο ποσοστό εισόδου ενός κόμματος στη βουλή το... 10% (!), συνδυαζόμενο με την αποσύνθεση των τότε κυρίαρχων τουρκικών κομμάτων επέτρεψαν τον σχηματισμό κυβέρνησης υπό τον Ερντογάν. Εκτοτε η πολιτική σκηνή της Τουρκίας έχει αλλάξει εντελώς. Τίποτα δεν θυμίζει το παρελθόν εκτός από το... εκλογικό σύστημα, το οποίο παραμένει αναλλοίωτο και το οποίο αποτελεί πλέον όπλο στα χέρια του Ερντογάν. Ενα όπλο που μετατρέπει την αδιαφιλονίκητη πολιτική ηγεμονία του σε άνευ ορίων παντοδυναμία.
Εξαιτίας αυτού του εκλογικού συστήματος, το διακύβευμα των μεθαυριανών βουλευτικών δεν είναι αν ο Ερντογάν θα σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Αυτό είναι λυμένο. Το διακύβευμα είναι άλλο.
Ερντογάν: Ο Ατατούρκ του 21ου αιώνα;
 
Στόχος του Ερντογάν είναι να καταρτίσει καινούργιο Σύνταγμα για την Τουρκία. Το ισχύον είναι ένα επαίσχυντο κατασκεύασμα ολοκληρωτικής νοοτροπίας - και πώς να ήταν άλλωστε διαφορετικό αφού το έφτιαξε η αιμοσταγής χούντα του στρατηγού Εβρέν στις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν κατέλαβε πραξικοπηματικά την εξουσία. Καθώς όλα τα τουρκικά πολιτικά κόμματα πριν από το ΑΚΡ του Ερντογάν ήταν τυφλά όργανα του στρατιωτικού κατεστημένου, ουδέποτε διανοήθηκαν ή τόλμησαν να πετάξουν στα σκουπίδια το χουντικό Σύνταγμα και να το αντικαταστήσουν με ένα δημοκρατικό.

Αν, λοιπόν, στις μεθαυριανές εκλογές ο Ερντογάν κατορθώσει να συγκεντρώσει τα τρία πέμπτα των εδρών (330 έδρες δηλαδή), τότε έχει το δικαίωμα να καταρτίσει νέο Σύνταγμα, το οποίο υποχρεωτικά θα μπει σε δημοψήφισμα. Αν όμως το κόμμα του Ερντογάν πιάσει τα δύο τρίτα των εδρών (367 έδρες), τότε έχει το δικαίωμα να φτιάξει το Σύνταγμα και να το περάσει με τουλάχιστον 367 ψήφους από την Εθνοσυνέλευση χωρίς να υποχρεούται να το θέσει στην κρίση του τουρκικού λαού με δημοψήφισμα. Θεωρητικά μιλώντας, αυτό δεν είναι αδύνατον να συμβεί. Δεν εξαρτάται όμως μόνο ή κυρίως από το ποσοστό που θα πάρει το ΑΚΡ, το οποίο αναμένεται να πάρει σχεδόν τις μισές ψήφους των Τούρκων. Εξαρτάται πρωτίστως από το αν θα μπει ή όχι στο κοινοβούλιο ξεπερνώντας το φράγμα του 10% το ακροδεξιό κόμμα της Εθνικιστικής Δράσης, το οποίο συνδέεται άρρηκτα με τις συμμορίες των Γκρίζων Λύκων και δημοσκοπικά κινείται γύρω στο 11% - 12%.

Αυτός είναι ο λόγος που ξαφνικά τις τελευταίες μέρες κυκλοφόρησαν DVD με "παράνομες", εξωσυζυγικές περιπέτειες ερωτικής δράσης περίπου δέκα στελεχών του κόμματος αυτού, πλήττοντας την εικόνα του στο συντηρητικό κοινό που το ψηφίζει. Αν μπουν πάντως οι ακροδεξιοί στο κοινοβούλιο, σε καμιά λογική περίπτωση δεν μπορεί το ΑΚΡ να συγκεντρώσει τις 367 έδρες.
Ο Ερντογάν πάντως θα αφήσει οπωσδήποτε βαριά την προσωπική πολιτική σφραγίδα του στην Τουρκία των πρώτων δεκαετιών του 21ου αιώνα. Φιλοδοξία του είναι να αναδειχθεί σε "Ατατούρκ του 21ου αιώνα" και η αλήθεια είναι πως έχει τα φόντα να το κάνει.
Εχει ήδη αλλάξει τη διεθνή εικόνα και θέση της Τουρκίας κατά τη δεκαετία που την κυβερνά, αυξάνοντας κατακόρυφα την επιρροή της στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο και δίνοντας τέλος στον ρόλο της ως απλού πιονιού των Αμερικανών και των Ευρωπαίων. Κατέστησε επίσης την Τουρκία 16η οικονομία στον κόσμο, ενώ άλλαξε καταλυτικά τους εσωτερικούς συσχετισμούς δυνάμεων στην κοινωνία της.

ΣΤΟΧΟΣ
Θα γίνει πρόεδρος άλλα... δέκα χρόνια;
Υπάρχει και ένας προσωπικός στόχος του Ερντογάν στην επιδίωξή του για νέο Σύνταγμα. Θέλει να κάνει την Τουρκία προεδρική δημοκρατία αμερικανικού ή γαλλικού τύπου με απευθείας εκλογή του προέδρου από τον λαό και πέρασμα της διακυβέρνησης στα χέρια του προέδρου. Αν το πετύχει, θα ήθελε να εκλεγεί το 2014 Πρόεδρος της Δημοκρατίας με αυτές τις εξουσίες, με στόχο να εξαντλήσει και τις δύο προεδρικές πενταετείς θητείες που θα προβλέπει και το νέο Σύνταγμα, κυβερνώντας συνολικά την Τουρκία πάνω από μία... εικοσαετία! Αυτή η προσωπική επιδίωξη εξηγεί και το κεντρικό προεκλογικό του σύνθημα "Ετοιμοι για τον στόχο του 2023", οπότε και συμπληρώνονται εκατό χρόνια από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας.

πηγή: εφημερίδα ''ΕΘΝΟΣ''

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

Είκοσι πέντε αρχές «ηθικής». Αλαίν Ντε Μπενουά


Κείμενο που γράφτηκε τον Ιούλιο του 1977 από τον Αλαίν ντε Μπενουά.  
 
 
Δεν έχω μεγάλη συμπάθεια στον όρο «ηθική». Γνωρίζω πολύ καλά την «γενεαλογία» της, την οποία θεωρώ ότι διαφώτισε αρκετά καλά ο Νίτσε. Τείνω άλλωστε να πιστέψω ότι υπάρχουν τόσες πολλές «ηθικές» όσα και τα επίπεδα της ανθρωπότητος, πράγμα που βεβαίως παραπέμπει σε έναν σχετικό αριθμό. Αντίθέτως, πιστεύω πολύ στις αρχές που μπορεί να είναι ταυτοχρόνως και κανόνες ζωής (καθώς η κάθε ιστορική πορεία πραγματοποιείται από τον μύθο στις αρχές δια μέσου κάποιας ιδέας). Καταθέτω λοιπόν εδώ τις δικές μου αρχές, στις οποίες θέλω να πιστεύω ότι μένω κατά κανόνα συνεπής. 
 
1. Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΣΥΜΠΑΙΚΤΗΣ ΤΩΝ ΘΕΩΝ, δεμένος με αυτούς, τόσο για το καλύτερό όσο και για το χειρότερο. Και οι δύο πλευρές δημιουργούν από κοινού. Οι Θεοί δεν είναι υπεράνω, ούτε έξω από εμάς. Δεν είναι ούτε και πέρα από τις αισθήσεις μας. Σημαντικό άλλωστε δεν είναι το να πιστεύει κανείς στο Θείο, αλλά να συμπεριφέρεται με τέτοιον τρόπο ώστε Αυτό να μπορεί να δείξει σε αυτόν εμπιστοσύνη. Σημαντικό είναι να μπορεί να βρίσκει κανείς και να αναγνωρίζει το Θείο μέσα του και να αποκαλύπτει τον εαυτό του, όπως αποκαλύπτεται Αυτό. Το σώμα και η ψυχή είναι ένα και το αυτό πράγμα. Το να φέρνει κανείς το ένα απέναντι στο άλλο, το να αντιπαραθέτει αυτές τις έννοιες, αποτελεί ασθένεια του πνεύματος. Όποιος Θεός δεν συμπεριφέρεται όπως έχει κανείς το δικαίωμα να περιμένει από αυτόν, αξίζει να υποστεί την απάρνηση, υπό τον όρο όμως ότι εκείνος που την τολμά έχει προηγουμένως δώσει το καλύτερο του εαυτού του. 
 
2. ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ ΜΟΝΟ ΤΟ ΝΑ ΓΕΝΝΗΘΕΙ ΚΑΝΕΊΣ, ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ ΚΑΙ ΝΑ «ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΕΙ». Η δημιουργία έπεται της γεννήσεως και δεν μπορεί κανείς να δημιουργηθεί παρά μόνον από τον ίδιο του τον εαυτό. Μόνον έτσι είναι δυνατόν να δώσει στον εαυτό του μία ψυχή, γι’ αυτό και ο Έκχαρτ κάνει λόγο για «αυτό-δημιουργία»: «υπήρξα η αιτία του εαυτού μου, εκεί που θέλησα τον εαυτό μου και δεν υπήρξα τίποτε άλλο. Υπήρξα αυτό που θέλησα και αυτό που θέλησα υπήρξε εγώ». Στην Edda «Havamal» (5), ο Θεός Odin παρουσιάζεται θυσιασμένος στον ίδιο του τον εαυτό. Ένα έθνος θεμελιώνει έναν Πολιτισμό όταν γίνεται η αιτία του εαυτού του, η αιτία της υπάρξεώς του, όταν την πηγή μίας αιώνιας ανανεώσεως την βρίσκει μόνο μέσα στην δική του Παράδοση. Το ίδιο ισχύει και με τους ανθρώπους, όπου κάποιος οφείλει να βρίσκει μέσα του τις αιτίες του εαυτού του, καθώς και τα μέσα της όποιας αυτο-υπερβάσεώς του (αντίθετα λ.χ. από τον ηγέτη ενός παρακμιακού Κράτους που κρατεί την εξουσία από εξωτερικά του εαυτού του πράγματα αντί από την
υπεροχή των προσωπικών αρχών του).  
 
3. Η ΑΡΕΤΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΩΣ ΕΝΑ ΜΕΣΟΝ που αναφέρεται σε κάποια νομοτέλεια. Αντιθέτως, είναι η νομοτέλεια του εαυτού της, η ίδια η αμοιβή της, η εσωτερική ανάκτηση ή η ανάκτηση του εαυτού, η αφετηρία της κάθε αναζητήσεως και της κάθε κατακτήσεως, και πρώτα από όλα η αμοιβαία αναγνώριση και ανακάλυψη του ψυχισμού και της ψυχής. Είναι η θεσμοποίηση του εαυτού μίας απόλυτης ισορροπίας, το να είναι κανείς ο ηγέτης του εαυτού του, να υπακούει στον εσωτερικό αφέντη του και την ίδια στιγμή να διατάσσει τον εσωτερικό του δούλο. Κυρίως είναι η αναζήτηση του Μέτρου. 
 
4. ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ ΤΟ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΝΕΙΣ Ο ΕΑΥΤΟΣ ΤΟΥ, αλλά πρέπει επίσης να γίνει τελικά αυτό που μπορεί να γίνει. Να κτισθεί σύμφωνα με την άποψη που έχει δημιουργήσει για τον εαυτό του, αλλά και να μην αρκεστεί ποτέ από το αποτέλεσμα. Πρέπει να θέλει να αλλάξει πρώτα ο ίδιος πριν στραφεί να αλλάξει τον κόσμο, και είναι προτιμότερο να παραδεχθεί τον κόσμο όπως είναι παρά να παραδεχθεί τον εαυτό του όπως είναι. Πρέπει να αναπτύξουμε μέσα μας εκείνες από τις δυνατότητές που καθιστούν ανθρώπους εμάς τους ίδιους. Μία ισχυρή θέληση μάς επιτρέπει να γίνουμε αυτό που θέλουμε ανεξάρτητα από εκείνο που ήμασταν, γιατί η θέληση προηγείται όλων των προκαθορισμών, ακόμη και εκείνου της γεννήσεως, υπό τον όρο βεβαίως να έχουμε την ικανότητα να θέλουμε. Πρώτα από όλα χρειάζεται να καλλιεργήσουμε την εσωτερική ενέργεια, την ενέργεια εκείνη «της οποίας την απόδειξη υπάρξεως μπορεί να δώσει εξίσου ένα μυρμήγκι και ένας ελέφαντας» (Σταντάλ) και που επιτρέπει να παραμένει κανείς μέσα στον χειμώνα αυτό δια μέσου του οποίου επιστρέφει η άνοιξη. 
 
5. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΘΟΡΙΖΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΔΙΚΟΥΣ
ΜΑΣ ΚΑΝΟΝΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΕΠΙΜΕΝΟΥΜΕ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ. Να ορίζουμε νόμους για τον εαυτό μας υπό τον όρο όμως να μην τους αλλάζουμε (πράγμα που ωστόσο δεν μας εμποδίζει από το να δίνουμε νέες διαστάσεις στις προοπτικές που επιλέξαμε). Να μην υποχωρούμε, να μην τσακίζουμε. Να συνεχίζουμε ακόμα και αν δεν υπάρχουν πια οι λόγοι για να συνεχίσουμε. Να μένουμε πιστοί στις προδομένες ιδέες, πιστοί ακόμα και για λογαριασμό εκείνων που δεν έμειναν πιστοί. Να μένουμε πιστοί επίσης και σε όλους εκείνους που δεν υπάρχουν πια. Να υπερασπιζόμαστε εναντίον όλων, ακόμα και εναντίον του ίδιου μας του εαυτού, την ιδέα που έχουμε για τα πράγματα και την ιδέα που θέλουμε να έχουμε για τον εαυτό μας. 
 
6. ΝΑ ΜΗΝ ΓΙΝΟΜΑΣΤΕ ΚΥΡΙΑΡΧΟΙ ΚΑΙ ΚΑΤΟΧΟΙ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΠΡΙΝ ΓΙΝΟΥΜΕ ΚΥΡΙΑΡΧΟΙ ΚΑΙ ΚΑΤΟΧΟΙ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΜΑΣ. Ο αυτοεξαναγκασμός είναι πρωταρχική προϋπόθεση του δικαιώματος εξαναγκασμού των άλλων. Οφείλουμε επίσης να ανεχόμαστε τους συγχρόνους μας, αφού πρώτα μάθουμε να ανεχόμαστε τον εαυτό μας: «ο ποιοτικός άνθρωπος έχει πρώτα απαιτήσεις από τον εαυτό του, ο κοινός άνθρωπος έχει απαιτήσεις μόνο από τους άλλους» (Κομφούκιος). Η ισχύς πρέπει να βασίζεται επάνω στην υπεροχή και όχι η υπεροχή επάνω στην ισχύ. Εκείνοι που ηγούνται έχουν το δικαίωμα να κατέχουν, όμως εκείνοι που κατέχουν δεν έχουν υποχρεωτικά και το δικαίωμα να ηγούνται. Ο ποιοτικός άνθρωπος στέκεται πέρα από δεσποτισμούς, καθώς δεσπόζει όλων των δεσποτών με μέσα που ειδικά του ανήκουν: «μία νέα ευγένεια είναι αναγκαστικώς αντίθετη σε ό,τι ανήκει στον όχλο ή στον δεσποτισμό» (Νίτσε). Όσο ψηλότερα ανεβαίνει κάποιος, τόσο πιο μόνος πορεύεται, τόσο πιο πολύ πρέπει να υπολογίζει στον εαυτό του. Αυτοί που είναι ψηλά είναι υπεύθυνοι για εκείνους που είναι χαμηλότερα, καθώς πρέπει να ανταποκρίνονται στις προσδοκίες τους. Δεν έχουν κανένα πραγματικό προνόμιο πέραν των βαρών που οι άλλοι μπορούν να τους φορτώσουν στους ώμους, στην αντίθετη περίπτωση όλες οι επαναστάσεις γίνονται δίκαιες. Να ακολουθούμε ελεύθερα εκείνους που είναι ανώτεροί μας, να γινόμαστε υπερήφανοι κάθε φορά που πετυχαίνουμε να βρούμε έναν μπροστάρη (Στέφαν Ζωρζ), αφού το αντάλλαγμα του να ακολουθήσουμε έναν τέτοιο άνθρωπο δεν ανιχνεύεται στην σφαίρα της κυριαρχίας αλλά της αμοιβαίας προστασίας. Το να υπακούμε είναι δικαίωμα, το να κυριαρχούμαστε ή να κυριαρχούμε είναι καθήκον, όχι το αντίθετο. Διακηρύσσουμε το ωραίο καθήκον μας να έχουμε δικαιώματα και το ωραίο δικαίωμά μας να έχουμε καθήκοντα. 
 
7. Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΑΜΕΤΡΗΤΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ. Κάθε ύπαρξη έχει την τραγικότητά της, το ίδιο και κάθε διακήρυξη. Ο Κόσμος δείχνει χαοτικός, ωστόσο μπορούμε εύκολα να του δώσουμε μία μορφή. Κάθε τι που κάνουμε δεν έχει άλλη έννοια από εκείνη που του δίνουμε εμείς. Το μόνο αντάλλαγμα είναι ότι όλα απηχούν σε όλα. Οι μικρές χειρονομίες μας έχουν μία συνέπεια στα πιο απομακρυσμένα σημεία του σύμπαντος. Η ύπαρξη του Κακού δεν μπορεί να ορισθεί θετικά, παρά μόνον ως περιορισμός αυτού που πρέπει να επέλθει, περιορισμός της μορφής που τα όντα δίνουν στον Κόσμο. Ίσως δεν είναι τίποτε περισσότερο από καθαρή και αιώνια αρνητικότητα. 
 
8. ΑΞΙΖΟΥΜΕ Ο,ΤΙΔΗΠΟΤΕ ΜΑΣ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΣΕ ΑΤΟΜΙΚΟ ΚΑΙ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ. Από ένα σημείο και ύστερα δεν υπάρχει ούτε τύχη, ούτε σύμπτωση. Οι αντίπαλοί μας δεν έχουν σε τελευταία ανάλυση καμμία άλλη δύναμη πέραν εκείνης που τους παρέχουν οι δικές μας αδυναμίες. Συνεπώς όχι μόνο πρέπει να αποδεχόμαστε, αλλά και να επιθυμούμε εν τέλει αυτό που συμβαίνει. Πρέπει να επιθυμούμε αυτό που συμβαίνει από την στιγμή που θα αποδειχθούμε ανήμποροι να το εμποδίσουμε να συμβεί. Αυτό δεν είναι παραίτηση, αλλά διατήρηση της ελευθερίας μας, είναι το μόνο μέσον ορθής αντιδράσεως όταν καμμία δράση δεν απομένει να αναπτυχθεί. Ο Στωϊκισμός προσφέρει την μόνη δυνατή συμπεριφορά, όταν οι άλλοι δεν αντέχουν πλέον να παραμείνουν στωϊκοί. Πρέπει να πράττουμε έτσι, ώστε εκείνο επάνω στο οποίο δεν μπορούμε να επιδράσουμε να μην μπορεί και αυτό να επιδράσει επάνω σε εμάς (Τζούλιους Έβολα).  
 
9. Η ΑΡΧΗ ΕΙΝΑΙ Η ΔΡΑΣΗ. Δεν υπάρχουν λόγοι υπάρξεως στα μεγάλα και δυνατά πράγματα, αφού αυτά ούτως ή άλλως πρέπει να υπάρχουν ή να γίνονται (δεν είναι ωστόσο μεγάλο και δυνατό κάθε τι που δεν έχει λόγο υπάρξεως). Σπουδαιότητα έχει η δράση και όχι εκείνος που την αναλαμβάνει. Το ίδιο και η αποστολή και όχι εκείνος που την φέρει εις πέρας. Να σταθούμε ενάντιοι στον ατομισμό, διεκδικώντας μία ενεργητική από-προσώπηση. Εκείνο που πραγματικά πρέπει να πράξει κάποιος δεν εξηγείται με κίνητρα. Η αριστοκρατία σιωπά. 
 
10. Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΤΙΜΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΝΑ ΜΗΝ ΠΑΡΑΒΑΙΝΟΥΜΕ ΠΟΤΕ ΤΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΟΥ ΈΧΟΥΜΕ ΟΙ ΙΔΙΟΙ ΒΑΛΕΙ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ. Η εικόνα που δημιουργούμε για τον εαυτό μας, γίνεται αληθινή από την στιγμή που συμμορφωνόμαστε με αυτήν. Από εκεί και ύστερα, το αν πρόκειται για μία «εικόνα» ή για μία «πραγματικότητα» έχει πολύ μικρή σημασία. Οι δύο όροι συμπίπτουν. Η ιδέα που λαμβάνει σάρκα, αποτελεί ούτως ή άλλως την πραγματική ενσάρκωση του Λόγου. Κάθε υποχρέωση υποχρεώνει, καμμία περίσταση δεν αποδεσμεύει. Ο καλύτερος τρόπος για να μην ντρεπόμαστε για τους άλλους, είναι να μπορούμε να αισθανόμαστε υπερήφανοι για τον εαυτό μας. 
 
11. Ο ΤΡΟΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΟΤΕ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ. Η ωραία πράξη είναι πάντοτε πιο σημαντική από το δόγμα. Το ωραίο δεν είναι ποτέ κακό. Καλύτερα να πράξουμε πολύ καλά πράγματα που είναι μέτρια, παρά να πράξουμε με άσχημο τρόπο πράγματα υπέροχα. Ο Τρόπος με τον οποίο πράττουμε τα πράγματα αξίζει περισσότερο από τα ίδια τα πράγματα. Ο Τρόπος επίσης που ζούμε τις ιδέες μας, αξίζει περισσότερο από αυτές τις ίδιες. Ο Τρόπος που ζούμε την ζωή μας, αξίζει περισσότερο από εμάς που ζούμε, και πολλές φορές περισσότερο και από αυτή την ίδια την ζωή. «Όταν κάποιος έχει περισσότερο απλότητα παρά τρόπο είναι αγροίκος. Όταν έχει περισσότερο τρόπο παρά απλότητα είναι γελοίος. Ο ποιοτικός άνθρωπος έχει εξίσου απλότητα και τρόπο» (Κομφούκιος).  
 
12. ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΤΟΥ ΝΙΤΣΕ «ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΗΣ ;». Την απάντηση που έδωσε ο ίδιος, ότι «είναι εκείνος που αναζητεί τις καταστάσεις που επιβάλλουν σαφείς συμπεριφορές. Εκείνος που εγκαταλείπει την «ευτυχία» στις μάζες, μία «ευτυχία» που περιορίζεται σε ψυχική ηρεμία, βολή, άνεση και αγγλοσαξονική εμπορευματοκρατία. Είναι εκείνος που αναζητεί ενστικτωδώς τις βαρύτερες ευθύνες, εκείνος που ξέρει να κάνει παντού εχθρούς, εν ανάγκη να κάνει εχθρό ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό». 
 
13. ΝΑ ΤΟΠΟΘΕΤΟΎΜΕ ΤΟ ΚΑΘΗΚΟΝ ΜΑΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΘΗ ΜΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΘΗ ΜΑΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΜΑΣ. Το να κάνουμε υποτίθεται «καλές πράξεις» για να κερδίσουμε την ατομική «σωτηρία» μας, να πάμε στον παράδεισο, κ.ο.κ., δεν είναι παρά χυδαία εξυπηρέτηση ενός προσωπικού συμφέροντός μας. Πρέπει να πράττουμε εκείνο που είναι ανάγκη να πραχθεί, όχι εκείνο που μας αρέσει. Το τελευταίο απαιτεί ωστόσο μία εκγύμναση, ο άνθρωπος έχει ανάγκη από κανονισμούς για να «κτισθεί», καθώς από την φύση του είναι άμετρα εύπλαστος. Να βλέπουμε την δράση ως εξυπηρέτηση και το καθήκον ως προορισμό. 
 
14. ΝΑ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΟΥΜΕ ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΩΣ ΝΑ ΕΠΑΝΑΦΕΡΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΡΜΟΝΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΣΥΜΠΤΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΑΡΧΩΝ. Να πράττουμε πάντοτε σύμφωνα με τα λόγια μας. Όταν τα λόγια μας υπερβαίνουν τις πράξεις μας δεν είμαστε περισσότερο κυρίαρχοι του εαυτού μας από όταν οι πράξεις μας υπερβαίνουν τα λόγια μας. Το να είμαστε ειλικρινείς δεν είναι το να λέμε την αλήθεια, αλλά το να προσχωρούμε ολοκληρωτικά και χωρίς υστεροβουλίες σε ό,τι επιχειρούμε. 
 
15. ΝΑ ΜΗΝ ΜΕΤΑΝΟΟΎΜΕ, ΑΛΛΑ ΝΑ ΜΑΘΟΥΜΕ ΝΑ ΕΞΑΓΟΥΜΕ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ. Να εξαντλούμε κάθε δυνατότητά μας για να αποφύγουμε να πράξουμε το κακό, εάν όμως το πράξουμε να μην επιζητούμε δικαιολογίες. Οι δικαιολογίες που δίνουμε στον εαυτό μας δεν είναι παρά υπεκφυγές. Η μετάνοια δεν αποβλέπει στην απόσβεση του λάθους, αλλά στην ανάπαυση μιας ένοχης συνειδήσεως. Πρέπει να ανταποδίδουμε το καλό στο καλό και την δικαιοσύνη στο κακό (εάν ανταποδίδαμε το καλό στο κακό, τότε τι θα άρμοζε να αποδώσουμε στο καλό, και, τέλος, τι αξία θα είχε κάτι τέτοιο ;).  
 
16. ΝΑ ΜΗΝ ΣΥΓΧΩΡΟΥΜΕ ΤΙΠΟΤΕ, ΑΛΛΆ ΝΑ ΑΦΗΝΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΛΗΘΗ ΑΡΚΕΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ. ΝΑ ΜΗΝ ΜΙΣΟΥΜΕ ΠΟΤΕ, ΑΛΛΆ ΝΑ ΠΕΡΙΦΡΟΝΟΥΜΕ ΑΡΚΕΤΑ ΣΥΧΝΑ  Τα συναισθήματα των χυδαίων είναι μίσος, μνησικακία, ευερεθιστικότητα, ματαιοδοξία, τσιγκουνιά. Το μίσος είναι το ακριβώς αντίθετο της περιφρονήσεως, η μνησικακία της λησμοσύνης, η ευερεθιστικότητα της αυτοπεποιθήσεως, η ματαιοδοξία της αξιοπρέπειας, η τσιγκουνιά της χαριστικότητος. Από όλα αυτά τα χυδαία συναισθήματα, το πιο αξιοπεριφρόνητο είναι η μνησικακία. Ο Νίτσε έχει πει: «βρισκόμαστε στο κατώφλι των καιρών του αξιοπεριφρόνητου ανθρώπου, εκείνου που δεν είναι ικανός ούτε τον εαυτό του να περιφρονήσει». 
  
17. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΓΓΕΙΛΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΝΤΊΛΗΨΗ ΤΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗΣ ΟΦΕΛΕΙΑΣ ΌΛΩΝ. Στον  άνθρωπο ισχύει ό,τι και με τους στρατούς που είναι ήδη αποτυχημένοι άπαξ και για να πολεμήσουν έχουν ανάγκη να γνωρίζουν γιατί ακριβώς πολεμούν. Υπάρχει βεβαίως και ένα χαμηλότερο επίπεδο, όταν ένας στρατός πρέπει να πεισθεί ότι η αιτία που πολεμάει είναι σωστή. Ένα ακόμη χαμηλότερο είναι το να πολεμάει μόνο όταν είναι σίγουρος πως θα νικήσει. Όταν πρέπει να επιχειρήσουμε κάτι, δεν χρειάζεται να νοιαζόμαστε, παρά μόνον δευτερευόντως, για το εάν αυτό που επιχειρούμε μπορεί ή όχι να πετύχει. Όμως δεν αρκεί να επιχειρούμε ακόμα και όταν δεν είμαστε βέβαιοι για την επιτυχία, χρειάζεται να επιχειρούμε ακόμα και όταν είμαστε βέβαιοι για την αποτυχία. Γιατί η ανώτατη τιμή είναι να μένουμε πιστοί στους κανόνες που θέσαμε στον εαυτό μας, ακόμα και αν είμαστε απολύτως βέβαιοι ότι μας περιμένει η αποτυχία. Το να επιθυμήσουμε να μιμηθούμε τον αντίπαλο με την δικαιολογία ότι αυτός έχει τον τρόπο να επιτυγχάνει ισοδυναμεί με το να καταντούμε εμείς οι ίδιοι εχθροί του εαυτού μας, μην διαφέροντας σε τίποτε από τον κανονικό εχθρό. Η χαμέρπεια αναδύεται από την στιγμή που πριν από μία πράξη θ’ αρχίσουμε να αναρωτιόμαστε περί «χρησιμοτήτων», περί «ωφελειών» και περί «των λόγων που μας υποχρεώνουν» σε αυτή την πράξη. Ένας από τους μεγαλύτερους παραλογισμούς είναι το να προσπαθούμε να διατηρήσουμε κάτι που θα χάσουμε οπωσδήποτε, το να καταλήξουμε απολογητές των ζωντανών σκύλων και των νεκρών λεόντων. 
 
18. Η ΑΡΕΤΗ, ΟΠΩΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ, ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΊ ΠΑΡΑ ΝΑ ΕΊΝΑΙ Η ΠΡΟΙΚΑ ΜΙΑΣ ΜΙΚΡΗΣ ΕΠΙΛΕΚΤΗΣ ΟΜΑΔΟΣ. Και στις δύο περιπτώσεις απαιτείται η ίδια ποσότητα αυτοκυριαρχίας και κινητήρια δύναμη είναι η καθαρή θέληση, όχι μία κάποια α ή β «ηθική». Η ελευθερία της πράξεως συμβαδίζει πάντοτε με την ελευθερία απέναντι σε κάτι. Πρέπει να επιθυμούμε πράγματα για τα οποία αισθανόμαστε τους εαυτούς μας ικανούς και να τα αποποιηθούν: «Μας επιτρέπεται να πράξουμε κάτι στο μέτρο που μπορούμε επίσης να μην το πράξουμε… μας επιτρέπεται να επιθυμούμε κάτι –και να το αποκτήσουμε- στο μέτρο που είμαστε ικανοί να τα αποχωρισθούμε» (Έβολα). 
 
19. ΝΑ ΜΗΝ ΕΠΙΔΙΩΚΟΥΜΕ ΝΑ ΠΕΙΣΟΥΜΕ ΑΛΛΑ ΝΑ ΑΦΥΠΝΙΣΟΥΜΕ. Η ζωή βρίσκει νόημα σε πράγματα που είναι μεγαλύτερα από αυτήν αλλά όχι πέρα από αυτήν. Αυτά που είναι μεγαλύτερα από την ζωή δεν εκφράζονται με λέξεις, ωστόσο γίνονται μερικές φορές αισθητά. Πρέπει να δίνουμε προβάδισμα στην ψυχή απέναντι στο πνεύμα, στην ζωή απέναντι στην σκέψη, στην εικόνα απέναντι στην αντίληψη. 
 
20. ΝΑ ΚΑΛΛΙΕΡΓΟΥΜΕ ΤΟΝ ΛΥΡΙΣΜΟ. Ο λυρισμός μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ηθικός «κανόνας», υπό τον όρο να έχει τεθεί ως βασική σχέση της υπάρξεως, όχι ως η σχέση του ανθρώπου προς τον άνθρωπο, αλλά ως η σχέση του ανθρώπου προς το Σύμπαν (αφού ο μόνος τρόπος για να φθάσει κανείς στους ανώτερους Κόσμους είναι να κτίζεται σε αναλογία προς αυτούς). Οι μεγάλοι ηγέτες είναι εκείνοι που χάρη σε αυτούς οι άνθρωποι μπορούν να σκέπτονται λυρικά για τους εαυτούς τους.  
 
21. ΝΑ ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΟΜΑΣΤΕ ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΩΣ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΜΕΤΑΤΡΕΠΕΙ ΣΕ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΟΛΑ ΤΑ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΑ ΚΑΙ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙ ΔΥΝΑΜΙΚΑ ΟΛΑ ΤΑ ΜΕΛΛΟΝΤΑ. Το να δεχόμαστε το παρόν με την ενθουσιώδη ανάταση της στιγμής είναι το να μπορούμε να απολαμβάνουμε συγχρόνως όλες τις στιγμές του. Παρελθόν, παρόν και μέλλον είναι 3 προοπτικές τι ίδιο επίκαιρες, είναι τα παντοτινά δεδομένα της ιστορικής πορείας. Είναι όλα όσα παρουσιάζουν τα όσα ήδη έχουν συμβεί, κατά τον ίδιο τρόπο με εκείνα που πρόκειται να ξανασυμβούν.  
 
22. ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΒΑΛΟΥΜΕ ΚΑΤΙ ΣΠΟΥΔΑΙΟ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΜΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ. Και αυτό ακόμα και αν η εποχή ή η εκάστοτε κοινωνία προσπαθούν να μας εμποδίσουν. Συνήθως μία κοινωνία παραφρονεί μέσα από δύο τρόπους: είτε με το να απαιτεί πάρα πολλά, είτε με το να μην προτείνει τίποτε. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τους ανθρώπους. 
 
23. ΝΑ ΑΓΑΠΑΜΕ ΤΗΝ ΜΟΝΑΔΙΚΟΤΗΤΑ. Να αντέχουμε να ανήκουμε στην παράταξη του πολικού αστέρος, του άστρου που μένει στην θέση του στον ουράνιο θόλο ενώ όλα τα υπόλοιπα διαρκώς περιστρέφονται. Στο κέντρο κάθε κινήσεως υπάρχει ηρεμία (Γιούνκερ), όπως στον άξονα του τροχού. Να καλλιεργούμε μέσα μας εκείνο που οι ποιοτικοί άνθρωποι ξέρουν να διατηρούν αμετακίνητο μέσα σε όλες τις καταστάσεις: το «παιγνίδι» του Κομφούκιου, το «πουρούσα» των Ινδών, την «humanitas» των Ρωμαίων, δηλαδή τον εσωτερικό πυρήνα του ανθρωπίνου όντος. 
 
24. Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΕΥΛΑΒΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙΝΗ ΤΟΥ ΑΠΟΓΟΝΟΥ, ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΚΑΤΕΥΘΥΝΕΙ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΠΡΟΓΟΝΟΥΣ, ΤΗΝ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΘΝΟΣ ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΑΝΗΚΕΙ. Ο Ιησούς, ισχυριζόμενος ότι ο Ιωσήφ δεν ήταν πραγματικός πατέρας του, αλλά ότι ο ίδιος ήταν υιός τού ενός μοναδικού Θεού, ένας αδελφός των πάντων, εγκαινιάζει την διαδικασία απαρνήσεως των πατρίων. Για εμάς όμως, οι εξαφανισμένοι πρόγονοί μας δεν είναι ούτε πνευματικά νεκροί, ούτε περασμένοι οριστικά σε έναν άλλο κόσμο. Στέκουν δίπλα μας, ως ένα αόρατο αλλά θροϊζον πλήθος. Μας περιτριγυρίζουν όσο εμείς οι απόγονοί τους είμαστε άξιοι να τιμούμε την μνήμη τους. Αυτή είναι η αντίληψη που γέννησε στα αρχαία χρόνια την λατρεία των προγόνων, αλλά και το αυτονόητο καθήκον να τιμάται το όνομά τους.  
 
25. ΟΛΟΙ ΟΙ ΠΟΙΟΤΙΚΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΙΝΑΙ ΑΔΕΛΦΙΑ. Αδέλφια ανεξαρτήτως φυλής, χώρου και χρόνου. 
 
πηγή: http://www.rassias.gr/ 

Σάββατο 4 Ιουνίου 2011

Άγγελος Πετροπουλος: Ο «ψυχρός πόλεμος» για τους αγωγούς μέσα από τα αρχεία Wikileaks


Απόρρητα τηλεγραφήματα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για την ελληνορωσική προσέγγιση και τα εξοπλιστικά αποκαλύπτουν τα Wikileaks. «Η Ελλάδα έχει αναπάντεχα βρεθεί στο επίκεντρο των ενεργειακών θεμάτων, εξαιτίας των αγωγών TGI και Μπουργκάς - Αλεξανδρούπολη», σημειώνει τον Μάρτιο του 2006 σε τηλεγράφημά του, ο Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα, με σκοπό να προετοιμάσει την τότε υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Κοντολίζα Ράις για την επικείμενη επίσκεψη Μπακογιάννη στην Ουάσιγκτον. Ο ίδιος συνεχίζει υπογραμμίζοντας ότι «ανησυχούμε για την αρπακτική Γκάζπρομ» και ότι «οι Eλληνες δεν πρέπει να γεμίσουν τον αγωγό Τουρκίας Ελλάδας Ιταλίας με αέριο της Γκάζπρομ», αλλά με αέριο από το Αζερμπαϊτζάν, έτσι ώστε να μην μετατραπεί ο αγωγός σε ένα ακόμη «εξάρτημα» του ενεργειακού μονοπωλίου της «Γκάζπρομ».

Η ισορροπία Ελλάδας - ΗΠΑ

Οταν τον Απρίλιο του 2008, ο αναπληρωτής βοηθός υπουργός Εξωτερικών της Αμερικής Μάθιου Μπράιζα έφτανε στην Ελλάδα, κύριο μέλημά του, σύμφωνα με σειρά αμερικανικών διπλωματικών τηλεγραφημάτων που βρίσκονται στην κατοχή της «Κ», ήταν τα ενεργειακά ανοίγματα της Ελλάδας και συγκεκριμένα η προσπάθεια της Αμερικής να προωθήσει τον αγωγό φυσικού αερίου TGI (Τουρκίας - Ελλάδας - Ιταλίας) από τη μια, και η ανησυχία για το «φλερτ» της κυβέρνησης Καραμανλή με αυτήν του Πούτιν για τον αγωγό South Stream από την άλλη.
Η συνάντηση άλλωστε Καραμανλή - Πούτιν για την υπογραφή της διακυβερνητικής συμφωνίας που αφορούσε την κατασκευή και τη λειτουργία του ελληνικού τμήματος του αγωγού ήταν προγραμματισμένη μόλις δύο εβδομάδες αργότερα.
Οπως σημειώνει ο Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα, Σπέκχαρντ, στο εμπιστευτικό τηλεγράφημα 08ATHENS576, «παρότι ο Μπράιζα δεν προσπάθησε να πείσει την κυβέρνηση να αποσύρει την υποστήριξή της στην πρόταση για τον South Stream, κατέστησε σαφές ότι θα πρέπει να χρίσει η ελληνική κυβέρνηση - και δημόσια - τον TGI, ως την απόλυτη κρατική προτεραιότητα». Σύμφωνα με τον Μπράιζα, τόσο ο τότε υπουργός Ανάπτυξης Χρήστος Φώλιας όσο και η τότε ΥΠ.ΕΞ. Ντόρα Μπακογιάννη υπογράμμισαν, σε εκείνη την επίσκεψή του, τη δέσμευση της ελληνικής κυβέρνησης στον TGI και υποβάθμισαν τις μέχρι τότε επαφές με τους Ρώσους για τον South stream, απλώς ως μια προσπάθεια της Ελλάδος να εξασφαλίσει αέριο από διαφορετικές πηγές.

Εξομολογήσεις για το «τέρας»
Μια από τις επαφές του Μπράιζα, στην τριήμερη επίσκεψή του στην Ελλάδα το 2008, έδωσε στον αναπληρωτή βοηθό ΥΠ.ΕΞ. των ΗΠΑ μια τελείως διαφορετική εκδοχή από την επίσημη εικόνα για τις παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις μεταξύ Ελλάδας και Ρωσίας: ο τότε πρόεδρος της ΔΕΠΑ και σημερινός αναπληρωτής τομεάρχης Ενέργειας της Ν.Δ., Μάκης Παπαγεωργίου, εξομολογήθηκε, σύμφωνα με το ίδιο τηλεγράφημα, στον Μπράιζα κατά την επίσκεψη εκείνη, ότι η ρωσική «Γκάζπρομ» ήταν ιδιαιτέρα σκληρή διαπραγματεύτρια.

Ο Παπαγεωργίου παρότρυνε μάλιστα τον Μπράιζα στη συνάντηση που θα είχε με τον Φώλια να τον «σκληραγωγήσει». Η «Γκάζπρομ», συνέχισε ο Παπαγεωργίου, σύμφωνα με το τηλεγράφημα, είναι ένα «άπληστο, μονοπωλιακό τέρας που πρέπει να αντιμετωπιστεί».
Σε άλλο τηλεγράφημα, τον Ιούλιο του 2008, ο Παπαγεωργίου φαίνεται να επικοινωνεί τηλεφωνικά με την πρεσβεία εκδηλώνοντας την ανησυχία του για ενδεχόμενο κίνδυνο με τη διαθεσιμότητα φυσικού αερίου στη χώρα μας, καθώς, όπως φέρεται να είπε στον πρέσβη, τα αποθέματα «έφταναν μόνο για πέντε επιπλέον ημέρες». Σύμφωνα με το εμπιστευτικό τηλεγράφημα 08ATHENS1019 ο Παπαγεωργίου, παρότι ξεπέρασε το πρόβλημα, προμηθευόμενος επιπλέον ποσότητα φυσικού αερίου από την Τουρκία, φέρεται να λέει στον Αμερικανό πρέσβη ότι είναι πεπεισμένος πως η «επισκευή αγωγού», που σύμφωνα με την «Γκάζπρομ» ευθυνόταν για την έλλειψη, ήταν απλά «μια πρόφαση, μια μορφή εκβιασμού της Δημόσιας Επιχείρησης Φυσικού Αερίου» που είχε προηγουμένως αρνηθεί να «ενδώσει» στις πιέσεις της «Γκάζπρομ» για απευθείας πρόσβαση στην ελληνική αγορά μέσω της θυγατρικής της στην Αθήνα.

To ρωσικό «φλερτ»

Σε άλλο τηλεγράφημα, τον Ιούλιο του 2008, οι Αμερικανοί διπλωμάτες καταπιάνονται με την προσπάθεια των Ρώσων να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των Ελλήνων πολιτικών, μέσα από προσωπικές επαφές. Στο εμπιστευτικό τηλεγράφημα 08ATHENS996, η πρεσβεία της Αθήνας περιγράφει συνάντηση υπηρεσιακού της παράγοντα με τον τότε γενικό γραμματέα της Βουλής, Νίκο Στεφάνου. Ο Στεφάνου, παλιός γνώριμος της πρεσβείας από τα χρόνια του ως γενικός γραμματέας στο υπουργείο Ανάπτυξης κοντά στον Δ. Σιούφα, επιχείρησε, σύμφωνα με το τηλεγράφημα, στη συνάντηση αυτή να καθησυχάσει τη μεγάλη ανησυχία των Αμερικανών, επισημαίνοντας την πεποίθησή του σχετικά με τον South Stream «πως η κυβέρνηση της Ελλάδος μπήκε στο παιχνίδι και τώρα δεν ξέρει πώς να βγει», υπονοώντας, σύμφωνα με την πρεσβεία, πως οι λεπτομέρειες για τον αγωγό παραμένουν αβέβαιες και ασαφείς.
O Στεφάνου σημείωσε ότι στο πρόσφατο ταξίδι που είχε κάνει με τον Δημήτρη Σιούφα στη Μόσχα ήταν εμφανές πως οι Ρώσοι ήθελαν να τους καλοπιάσουν, κανονίζοντας συνάντηση με τον ίδιο τον Πούτιν και «κάνοντας τα πάντα για να νιώσουμε σαν στο σπίτι μας». Στο ίδιο τηλεγράφημα, εμφανώς προβληματισμένος ο Αμερικάνος πρέσβης σχολιάζει πως η επιθυμία του Σιούφα να επισκεφθεί το αμερικανικό Κογκρέσο είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να τον «υποδεχθούμε όπως του αρμόζει, αφού είχε αποδειχθεί σημαντική επαφή σε μια σειρά από θέματα κοινού ενδιαφέροντος συμπεριλαμβανομένου και του ενεργειακού».

Αλλωστε, οι Αμερικανοί διπλωμάτες είχαν ήδη διαπιστώσει τις διαθέσεις του πρώην υπουργού Ανάπτυξης, καθώς σε συνάντησή του, το καλοκαίρι του 2006, με τον αναπληρωτή βοηθό ΥΠ.ΕΞ. των ΗΠΑ Μπράιζα είχε ανοιχτά εκδηλώσει την πεποίθησή του ότι η Ελλάδα μπορεί να αγοράσει αέριο για τον TGI από το Αζερμπαϊτζάν, ενώ είχε εξηγήσει στον Μπράιζα, σύμφωνα με το εμπιστευτικό τηλεγράφημα 06ATHENS1913, ότι οι Ρώσοι συνομιλητές του είχαν -στην πορεία του χρόνου- «γίνει αλαζόνες και προσπαθούσαν να επιβάλουν» τη γνώμη τους. «Αρνούμαι να επιτρέψω στην Ελλάδα να πέσει στα πόδια της «Γκάζπρομ»», είχε καταλήξει τότε ο Σιούφας, αναφερόμενος στις υπερβολικές απαιτήσεις των Ρώσων για τα ποσοστά στον αγωγό πετρελαίου Μπουργκάς - Αλεξανδρούπολη.
(Καθημερινή, 26/3/2011)

πηγή: http://www.energypress.gr/