Σάββατο 25 Ιουνίου 2011

Η έμμεση σύγκρουση Ρωσίας και ΗΠΑ στον Ευρασιατικό χώρο, Φώτιος Μεταλληνός, Αντιστράτηγος ε.α.


Το προέχον σήμερα μακρο-στρατηγικό στοιχείο, που θα διαμορφώσει τον πολιτικό και ενεργειακό ορίζοντα στον «ευρασιατικό χώρο» είναι η έκβαση της έμμεσης σύγκρουσης μεταξύ των ΗΠΑ και της Ρωσίας που εξελίσσεται στο χώρο αυτό. Ο όρος «Ευρασία» στη ρωσική πολιτική συνείδηση περιλαμβάνει το χώρο της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, που σήμερα -με εξαίρεση τα βαλτικά κράτη- συναπαρτίζουν την Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών. Ιδιαίτερα ο όρος επικεν¬τρώ¬νε¬ται πολιτικά στον καυκάσιο και κεντροασιατικό χώρο των ζωτικών συμφερόντων της Ρωσίας, που η ίδια χαρακτηρίζει σαν «εγγύς εξωτερικό» της.

Πρόκειται για τον ενεργειακό χώρο που περικλύει τα σημαντικό¬τερα (μετά τη Μ. Ανατολή και τη Ρωσία) αποθέματα πετρελαίου και αερίου, μαζί με τα συστήματα άντλησης και αγωγών και τις θαλάσσιες οδούς διακίνησης μέσω Κασπίας και Μαύρης Θάλασσας. Ένα χώρο που αναπόφευκτα επικεντρώνει το οικονομικό και γεωστρατηγικό ενδιαφέρον των βιομηχανικών δυνάμεων, όπως των ΗΠΑ και της Ε.Ε., της Κίνας, Ιαπωνίας και Ινδίας∙ πρώτιστα της ρωσικής ομοσπονδίας που τον θεωρεί φυσική ζώνη αποκλειστικής επιρροής της. Στον αντίποδα της ρωσικής άποψης βρίσκεται αυτή των ΗΠΑ, οι οποίες εντάσσουν τον «εγγύς» ευρασιατικό χώρο μέσα στο «μείζονα ευρασιατικό χώρο. Ένα χώρο που περιλαμβάνει τους κύριους εδαφικούς, ενεργειακούς, συγκοινωνιακούς, δημογραφικούς, τους όποιους κατονομαζό¬μενους τρομοκρατικούς παράγοντες∙ κύρια περιλαμβάνει τους κρατικούς εκείνους κυριαρχικούς παράγοντες, που καθιστούν το χώρο αυτό επίκεντρο ανταγωνιστικής επιρροής και κυριαρχικών συγκρούσεων.

 Πρόκειται για συγκρούσεις, που ενόψει του παράγοντα της ενεργειακής ασφάλειας, αποκτούν τη βαρύτητα μιας «παγκομιοποιημένης ενέργειας», που επηρεάζει άμεσα τη λειτουργία παραγωγής και διανομής ενέργειας, και ως εκ τούτου αφορά το σύνολο των βιομηχανικών και πετρελαιο-παραγω¬γι¬κών δυνάμεων. Αυτή η αμερικανική άποψη περί ευρασιατικού χώρου, που εντάσσεται στο πλαίσιο της παγκοσμιο¬ποίησης των αγορών, αμφισβητεί άμεσα την αποκλειστική αρμοδιότητα της Ρωσίας στον εγγύς ευρασιατικό χώρο της. Νομιμοποιεί ακόμη τις οπουδήποτε αμερικανικές επεμβάσεις στο πλαίσιο της ασφάλειας και ελέγχου των πηγών και οδεύσεων της ενέργειας, -του κατ’ εξοχήν αυτού παράγοντα εθνικής ισχύος. Γνώμονα των αμερικανικών επεμβάσεων στον ευρασιατικό χώρο αποτελεί η «στρατηγική πράξη για το δρόμο του Μεταξιού», του Νοεμβρίου 1999, με την οποία οι ΗΠΑ στοχεύουν στην πολιτική, οικονομική και αμυντική (Νατοϊκή) χειραγώγηση του υπόψη ενεργειακού χώρου.

 Είμαστε θεατές μιας μακρόχρονης ευρωατλαντικής πίεσης απέναντι στο ρωσικό παράγοντα, που εκδηλώνεται με την παράλληλη διεύρυνση της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ στις πρώην χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού. Που εκδηλώνεται ιδιαίτερα με την πολιτικο-στρατιωτική (Νατοϊκή) διείσδυση των ΗΠΑ στον καυκάσιο και κεντροασιατικό ενεργειακό χώρο, σε μια προσπάθεια πολιτικής και ενεργειακής άλωσης του χώρου και αμφισβή¬τησης της αποκλειστικότητας της ρωσικής επιρροής. Βρισκόμαστε σήμερα στην αποφασιστική φάση της μακρόπνοης αμερικανικής στρατηγικής, που αποβλέπει στην παρεμπόδιση της Ρωσίας να αναδειχθεί εκ νέου σε μεγάλη δύναμη, αντίπαλο των ΗΠΑ.

Πρόκειται ουσιαστικά για μια έμμεση σύγκρουση μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ στον ενεργειακό ευρασιατικό χώρο. Που υποθάλπει άμεσα τις φυγόκεντρες τάσεις των οικείων χωρών, - πρώτιστα της Ουκρανίας, Γεωργίας και Καζακστάν. Που ενθαρρύνει την πολιτική τους αντιπαλότητα απέναντι στη Ρωσία, την πολιτική αστάθεια στο χώρο και τη χαλαρότητα των διακρατικών θεσμών στο χώρο της Κοινοπολιτείας. Οι πρώτες προσπάθειες της Νατοϊκής διεύρυνσης στο χώρο του πρώην Συμφώνου της Βαρσοβίας, αρχής γενομένης από την Πολωνία, συνάντησαν την ακραία πολιτική αντίδραση της Ρωσίας, η οποία απείλησε την πυρηνική επαναστόχευση των ευρωπαϊκών πρωτευουσών. Ανάλογα και η ένταξη των βαλτικών χωρών. Ανφερόμαστε στη δεκαετία του ‘90, όπου η ρωσική δύναμη αντιμετωπίζει το πολλαπλό «σοκ» μιας πολιτικής, οικονομικής, αμυντικής, κοινωνικής και ιδεολογικής μεταλλαγής, επαφιέμενη (στηριζόμενη) στην πολιτική και οικονομική εγγύηση της Δύσης.

Η οποία Δύση αντιμετωπίζει με δέος το ενδεχόμενο μιας πανευρωπαϊκής αναστάτωσης, με τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Πρόκειται για την περίοδο της Νατοϊκής παντοδυναμίας, σαν μοναδικής εγγυήτριας δύναμης της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Που η Ρωσία επιχειρεί να περάσει το διαχωριστικό ποτάμι της Ευρώπης, προς τον υποσχόμενο χώρο της δημοκρατίας, της ελεύθερης οικονομίας και ανθρώπινων ελευθεριών. Με τα εύσημα της διαδόχου της Σοβιετικής Ένωσης και το πολιτικό κύρος μιας ισότιμης δύναμης μέσα στον υποσχόμενο χώρο της πανευρωπαϊκής Ύφεσης. Το χώρο του Συνεταιρισμού για την Ειρήνη και λοιπών Νατογενών οργανισμών που επικεντρώνουν τις προσπάθειες μιας ολικής ενσωμάτωσης του ευρωπαϊκού χώρου.

Η προοπτική των ανοιχτών ευρωπαϊκών αγορών στη ρωσική ενέργεια και αμυντική παραγωγή, η προοπτική ακόμη της ρωσικής συνεργασίας με το ΝΑΤΟ πάνω στα κρίσιμα θέματα της πανευρωπαϊκής ασφάλειας, στο πλαίσιο του θεσμού της Νατο-Ρωσικής Επιτροπής (ΝΑΤΟ -Russia Council), ενθαρρύνει τις ρωσικές προσδοκίες. Από την άλλη πλευρά ο Νατοϊκός οργανισμός, στη ρύμη του προς Ανατολάς, θα παρα¬κάμψει το ρόλο των Ηνωμένων Εθνών, και το ίδιο το καταστατικό του περί ειρηνικής διευθέτησης των διακρατικών προβλημάτων και διαφορών. Το αποκαλούμενο δόγμα Κλίντον «περί υπεροχής των ανθρώπινων ελευθεριών έναντι της εθνικής κυριαρχίας», νομιμοποιεί τις οπουδήποτε επιλεκτικές επεμβάσεις των ΗΠΑ, στο όνομα των ανθρώπινων ελευθεριών.

Πρόκειται ουσιαστικά για ένα αδέξιο υποκατάστατο του δόγματος Τρούμαν στην υπηρεσία της αμερικανικής στρατηγικής. Στο πλαίσιο του δόγματος Κλίντον ο βαλκανικός χώρος ισοπεδώνεται στρατιωτικά από το ΝΑΤΟ για μια πολιτική αναδόμηση στα μέτρα των αμερικανικών σχεδιασμών. Με μια πλήρη αγνόηση της ρωσικής πολιτικής άποψης, το φιλορωσικό έρεισμα της Γιουγκοσλαβίας διαμελίζεται και η πολιτική αίγλη της Ρωσίας τραυματίζεται. Με την αγνόηση ακόμη της γερμανικής άποψης ότι: «Μόνο μαζί με τη Ρωσία μπορεί να υπάρξει ευρωπαϊκή ασφάλεια και όχι χωρίς αυτή». (Υπουργός εξωτερικών Κλάους Κίνκελ, 1997) Η Νατοϊκή επέμβαση στη Βαλκανική θα φέρει εγγύτερα τη ρωσική πολιτική με αυτή των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων Γαλλίας και Γερμανίας, χωρίς να παραβλάψει τις ρωσικές ισορροπίες με τις ΗΠΑ.

 Η ρωσική ηγεσία συνειδητοποιεί την ανάγκη επαναπροσδιορισμού της εξωτερικής πολιτικής σε μια λιγότερο ευρωκεντρική και περισσότερο ρωσοκεντρική βάση, ώστε να εξασφαλίζει τα ζωτικά της ενδιαφέροντα και το ρόλο της αποκλειστικής ρυθμιστικής δύναμης στον άμεσο χώρο της. Η ανάγκη αυτή επέβαλε στον πρόεδρο Γέλτσιν την αντικατάσταση του φιλ¬ελεύθερου υπουργού εξωτερικών Andrei Kozirev με το ρεαλιστή Evgeni Prim¬akov, διεθυντή της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Πληροφοριών. Η παράλληλη πολιτική θητεία των προέδρων Μπους και Πούτιν θα οριοθετήσει το μέλλον των Ρωσο-αμερικανικών σχέσεων. Από το έτος 2000, ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στις Ρωσο-αμερικανικές σχέσεις. Οι ΗΠΑ, κατά τη διατύπωση Μπους, φιλοδοξούν «να διαμορφώσουν τον κόσμο, αντί να διαμορφωθεί αφ’ εαυτού∙ να επηρεάσουν τα γεγονότα, αντί να αφεθούν στο έλεος των γεγονότων» (Στρατηγική Εθνικής Ασφαλείας 2006). Μια άποψη που απηχεί στο ακέραιο την αμερικανική πρακτική στο Μεσανατολικό, τον Ευρωπαϊκό, το Βαλκανικό και Ευρασατικό χώρο.

 Η πολιτική του προέδρου Πούτιν στοχεύει στο να ξαναδώσει στη Ρωσία την πολλαπλώς δοκιμασθείσα πολιτική αίγλη της στα μέτρα μιας υπολογίσιμης δύναμης. Η μεγάλη στροφή του προέδρου Πούτιν συνίσταται στην αποστασιοποίηση της ρωσικής πολιτικής από τη βέβαιη μοίρα του Ιράν και Ιράκ και την αναθέρμανση των σχέσεων με τις ΗΠΑ. Η αμερικανική διοίκηση από την πλευρά της κατέστησε σαφές ότι η ρωσική πλευρά έπρεπε να επιλέξει μεταξύ της οικονομικής υποστήριξης των ΗΠΑ και των πολιτικών σχέσεων με το Ιράν και το ιρακινό καθεστώς του Σαντάμ. Ο πρόεδρος Πούτιν, αποφασισμένος να απέχει από κάθε ανώφελη δοκιμασία της ρωσικής πολιτικής, εστιάζει την πολιτική του στην οικονομική ανάκαμψη της Ρωσίας. Η περίσωση και εκμετάλλευση του ενεργειακού πλούτου της χώρας υπό τον άμεσο κρατικό έλεγχο, και η κατάκτηση των ευρωπαϊκών και ασιατικών αγορών αποτελούν βασικό του μέλημα.

Η άλλη προσπάθεια κατευθύνεται στην αύξηση της πολιτικής, οικονομικής και αμυντικής συνοχής μέσα στο χώρο της Κοινοιπολιτείας, στο πλαίσιο των ενεργειακών επενδύσεων και των συλλογικών οργανισμών πολιτικής, οικονομικής, αμυντικής, ιδιαίτερα ενεργειακής συνεργασίας. Το πλήγμα της 11/9 θα φέρει τη Ρωσία στο πλευρό των ΗΠΑ, στον κοινό αγώνα κατά της τρομοκρατίας. Ο πόλεμος στο Ιράκ το 2003 έφερε εκ νέου τη Ρωσία στην τράπεζα του «αντιπολεμικού» ευρωπαϊκού πυρήνα, μαζί με τη Γαλλία και τη Γερμανία. Παρά τις εισηγήσεις των Ρώσων στρατηγιστών για τη σύμπηξη πολιτικής τρόικας με τις δύο ευρωπαϊκές δυνάμεις, ο Πούτιν εμμένει στις αδιατάρακτες σχέσεις με τις ΗΠΑ. Παράλληλα καλλιεργεί τις σχέσεις με την Κίνα, την Ινδία, Ιαπωνία, Ιράν και Ιράκ και τον παραδοσιακά φιλικό χώρο στη Νότια Αμερική και την Κούβα. (Πολιτική Πούτιν 2000).

Ο αντίλογος της αμερικανικής πλευράς, σε μια πάγια προσπάθεια παρεμπόδισης της Ρωσίας να καταξιωθεί σε μεγάλη ενεργειακή και πολιτική δύναμη, συνίσταται στην εργώδη προσπάθεια αποτροπής της ενεργειακής «εισβολής» της Ρωσίας στην ευρωπαϊκή αγορά: 1/ Με την αμφισβήτηση της ενεργειακής αξιοπιστίας της Ρωσίας, 2/ με τη δημιουργία ενός παράλληλου συστήματος αγωγών προς τις ευρωπαϊκές χώρες και 3/ με την πολιτική μεθόδευση ενός οιονεί «ενεργειακού ΝΑΤΟ» με ενιαία ενεργειακή πολιτική στον ευρωπαϊκό χώρο. Το άλλο μέτωπο της αμερικανικής αντιπαλότητας είναι το Νατοϊκό, που σήμερα εξελίσσεται προ και εντός των ευρασιατικών πυλών της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Η στρατιωτική κρίση στη Γεωργία της 8-8-08 ήταν το επερχόμενο γεγονός μέσα από την πάγια στρατηγική των ΗΠΑ για μια στρατιωτική επικάθιση στον Κασπιανό ενεργειακό χώρο, κατά τα πρότυπα του Μεσανατολικού χώρου. Το έσχατο όριο της Ρωσικής ασφάλειας έχει πολλαπλώς παραβιαστεί.

Η στρατιωτική αντίδραση της Ρωσίας ήταν και αναμενόμενη και αναπότρεπτη. Η όλη επιθετική Νατοϊκή πρακτική απέναντι στο ρωσικό παράγοντα, σε συνδυασμό με την εγειρόμενη αντιπυραυλική ασπίδα προ των πυλών της ρωσικής Κοινοπολιτείας, ανέδειξε το Νατοϊκό οργανισμό στην υπ’ αριθμό 1 απειλή στη συνείδηση της ρωσικής ηγεσίας. Η Ρωσία συνειδητοποιεί ότι θα πρέπει να στηρίζεται εφεξής στις Ένοπλες Δυνάμεις της. Η όποια συνεργασία με το ΝΑΤΟ νοείται μόνο στο ευρύτερο πλαίσιο της ενεργειακής ασφάλειας απέναντι στην τρομοκρατική απειλή, στον περιορισμό της διάδοσης των πυρηνικών και στις επιχειρήσεις επιβολής της ειρήνης. Και νοείται με την ιδιότητα μιας ανεξάρτητης δύναμης, επιχειρησιακά συμβατής με τις Νατοϊκές δυνάμεις, και με απόλυτη την ευθύνη στον άμεσο γεωπολιτικό χώρο της.

 Η Ρωσία φέρεται αποφασισμένη να υπερασπιστεί με κάθε τρόπο την ακεραιότητα της Κοινοπολιτειακής οντότητας, που συμποσώνει όλα τα εχέγγυα της ρωσικής ισχύος και ασφάλειας, αποκλείοντας έτσι την υποβάθμισή της σε μια «ευρωπαϊκή» δύναμη δευτέρας κατηγορίας. Πρόκειται για μια επιλογή που εκχωρεί τις προτεραιότητες στο στρατιωτικό παράγοντα, ειδικά σε ό,τι αφορά τις εσωτερικές επιπλοκές στο χώρο της Κοινοπολιτείας. Που διαφυλάσσει παράλληλα τις πολιτικές και στρατηγικές προτεραιότητες απέναντι στο διατλαντικό παράγοντα. Η Ρωσία δε παύει να αποτελεί μια στρατιωτική δύναμη πρώτης γραμμής, ισότιμη με αυτή των ΗΠΑ και της Νατοϊκής Ευρώπης, που μέλει να επωμιστεί το ανάλογο βάρος της διατλαντικής ασφάλειας. Αναφερόμαστε πλέον σε μια Ρωσία που, μέσα σε ένα πνεύμα πολιτικής ενότητας και εμπιστοσύνης του κοινωνικού σώματος στο πρόσωπο του προέδρου Πούτιν (και ήδη του προέδρου Μεντβέντεφ), πέτυχε την οικονομική της ανόρθωση και ανακτά διαρκώς τις πολιτικές και αμυντικές της δυνάμεις στα μέτρα της μεγάλης δύναμης.

Που εκσυγχρονίζει τις αμυντικές της δυνάμεις, στο συμβατό, το πυρηνικό και διαστημικό επίπεδο. Που προσαρμόζει την άμυνά της στα μέτρα των οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων του ευρύτερου γεωστρατηγικού περιβάλλοντος και της πάγιας προοπτικής μιας από κοινού δράσης με τον αμερικανικό παράγοντα στον τομέα της πανευρωπαϊκής ασφάλειας. Επίλογος Η έμμεση σύγκρουση της Ρωσίας και των ΗΠΑ στον «εγγύς» ευρασιατικό χώρο μέλλει να συνεχιστεί αμείωτη μέσα από μια πολιτικο-στρατιωτική διαλεκτική στο τακτικό και στρατηγικό πεδίο. Δεν πρόκειται απλώς για μια οικονομική σύγκρουση στη βάση των κανόνων της ελεύθερης αγοράς∙ πρόκειται για μια καθολική σύγκρουση με έντονο το γεωστρατηγικό στοιχείο και τελικό σκοπό την κυριαρχική επικράτηση των ΗΠΑ μέσα στο διανοιγόμενο ενεργειακό «δρόμο του μεταξιού», για μια ανεξάρτητη (εκτός ρωσικού χώρου) ενεργειακή επικοινωνία με το ευρωπαϊκό, αμερικανικό και ασιατικό χώρο, σε πλαίσιο πολιτικής χειραγώγησης του ευρασιατικού ισλαμικού χώρου.

Στο πλαίσιο αυτής της διαλεκτικής το κυριαρχικό status της Κριμαίας δυνατόν να τεθεί επί τάπητος. Ο κίνδυνος μιας άμεσης αντιπαράθεσης Ρωσίας και ΗΠΑ είναι εκ των πραγμάτων αδιανόητος. Πρόκειται για τις δύο συγκροτημένες στρατιωτικές δυνάμεις του διατλαντικού χώρου, (με την Ευρωπαϊκή Ένωση εκπροσωπούμενη στο Νατοϊκό πλαίσιο), απέναντι στις εγγενείς απειλές του μείζονος ευρασιατικού χώρου∙ γεγονός που σημαίνει πρακτικά την οριστική «συνάντηση» σε ένα modus vivendi της διατλαντικής Ευρώπης με τον ευρασιατικό παράγοντα της Ρωσίας. Μιας Ρωσίας που δεν χωράει πολιτικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ούτε και αποκλίνει στην ασιατική πλευρά. Που εξελίσσεται σε μια διακριτή ευρασιατική δύναμη, με διακριτή πολιτική και αμυντική άποψη, τελικά σε ένα συνδετικό κρίκο μεταξύ της διατλαντικής Ευρώπης και της Κίνας∙ - της επερχόμενης ασιατικής δύναμης.

πηγή: http://www.seetha.gr/ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου